Στη δύσκολη συγκυρία που βιώνουμε, με την ανθρωπότητα να δίνει καθημερινές μάχες κατά του covid-19, αποτελεί κοινή παραδοχή ότι η πανδημία δεν κάνει διακρίσεις.

Την ίδια ώρα, ένα φαινόμενο που αφορά τις διακρίσεις και τον εκφοβισμό στο εργασιακό περιβάλλον, γνωστό ως mobbing, διαδίδεται με ρυθμούς πανδημίας τα τελευταία χρόνια, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στην ψυχική, αλλά και σωματική υγεία των εργαζομένων.

Ο όρος mobbing προέρχεται από́ το αγγλικό́ ρήμα “to mob”, που σημαίνει επιτίθεμαι – ενοχλώ και  χρησιμοποιήθηκε από́ τον ψυχολόγο και ακαδημαϊκό Heinz Leymann για να περιγράψει τις επαναλαμβανόμενες εχθρικές πράξεις εναντίον ενός ατόμου, με απώτερο σκοπό́ την πρόκληση βλάβης στο άτομο αυτό.  

Στη σημερινή δύσκολη εποχή, η ποιότητα του εργασιακού́ περιβάλλοντος είναι ένα ζήτημα υψίστης σημασίας, αφενός για την προστασία της υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, αφετέρου για την ψυχολογική τους κατάσταση, εφόσον η επαγγελματική ζωή επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τον ψυχικό κόσμο.

Μέσα σε οργανισμούς, επιχειρήσεις, γραφεία, κοκ υπάρχουν αναπόφευκτα αντιπαραθέσεις, που μπορεί να οδηγήσουν ακόμα και σύγκρουση μεταξύ των μελών μιας ομάδας ή μεταξύ των εποπτών και των υφισταμένων τους. Ωστόσο, το mobbing, όπως τεκμηριώνεται βιβλιογραφικά, αποτελεί μία «στρατηγική ψυχολογικής τρομοκρατίας».

Ο εργασιακός εκφοβισμός είναι ένα σοβαρό ζήτημα, που μπορεί να προκαλέσει προβλήματα σωματικής και ψυχολογικής υγείας για αυτούς που παρενοχλούνται. Συνήθως είναι ύπουλος και δεν αποδεικνύεται εύκολα. Κρύβεται πίσω από προσβλητικές κουβέντες, ανάρμοστες χειρονομίες και γενικώς πράξεις απαξίωσης και περιθωριοποίησης των θυμάτων, τα οποία στην πλειονότητά τους είναι γυναίκες, σύμφωνα με σχετική μελέτη του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση της Ζωής και της Εργασίας.

Στην Ελλάδα πρόσφατα τραβήχτηκε το πέπλο της σιωπής, προκαλώντας ντόμινο καταγγελιών για σεξουαλική παρενόχληση, βία και εκφοβισμό σε χώρους εργασίας. Άνοιξαν τα στόματα για περιστατικά βίας και κατάχρησης εξουσίας, που περιλαμβάνουν από λεκτικές επιθέσεις μέχρι σεξουαλικές παρενοχλήσεις και μαζί άνοιξε ο διάλογος για την επιλογή της χρονικής στιγμής αποκάλυψης τέτοιων γεγονότων.

Για την αντιμετώπιση του εργασιακού εκφοβισμού, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί την ενίσχυση του νομικού οπλοστασίου, με οδηγία της προς τα κράτη – μέλη, για την ενσωμάτωση από αυτά, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, της Σύμβασης 190 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για τη βία και την παρενόχληση στο χώρο εργασίας.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και μία σειρά από προτάσεις που κατέθεσα αρμοδίως ως βουλευτής, αλλά και ως νομικός, προκειμένου να ληφθεί κοινοβουλευτική δράση για το θέμα αυτό, όπου, πέρα από την αναγκαιότητα για ενσωμάτωση της προαναφερόμενης Σύμβασης, επισήμανα και την ανάγκη πλήρους εφαρμογής της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης. Ενεργώντας άμεσα κι δεδομένου του ενδιαφέροντός μου για κοινωνικά θέματα, αναφέρθηκα στην αντιμετώπιση των θεμάτων ανεπαρκούς καταγγελίας με τη θέσπιση επίσημων διαδικασιών για την καταγγελία  της παρενόχλησης, στο πλαίσιο των οποίων θα εντάσσονται και οι ανώνυμες καταγγελίες, την αντιμετώπιση θεμάτων κοινωνικού στιγματισμού, καθώς και την ανάληψη πρωτοβουλιών για την αντιμετώπιση αναδυόμενων μορφών βίας, όπως για παράδειγμα στον κυβερνοχώρο, που εκτείνεται από την ανεπιθύμητη επικοινωνία, το «τρολάρισμα» και τον κυβερνοεκφοβισμό έως τη σεξουαλική παρενόχληση και τις απειλές βιασμού.

Επιπρόσθετα, είναι σημαντικό το γεγονός ότι για πρώτη φορά οι κακοποιημένες γυναίκες εντάσσονται σε πρόγραμμα απασχόλησης ευπαθών κοινωνικών ομάδων που υλοποιείται από τον ΟΑΕΔ. Πρόκειται μία δράση που υιοθέτησε την κατ’ αρχήν πρότασή μου για την επιδότηση των εργοδοτών αναφορικά με την επανένταξη των κακοποιημένων γυναικών στην αγορά εργασίας, την οποία είχα καταθέσει στις αρμόδιες Επιτροπές της Βουλής.

Παράλληλα, σύμφωνα με τους ειδικούς επιστήμονες, η συστηματική ενημέρωση και εκπαίδευση του προσωπικού στο χώρο εργασίας για το mobbing, καθώς και η δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών, μπορούν να συμβάλλουν στην πρόληψη και αντιμετώπιση του φαινομένου της εργασιακής παρενόχλησης.

Η πρώτη χώρα που θέσπισε νομοθεσία κατά του mobbing ήταν η Σουηδία (1994), βασιζόμενη στην έρευνα του Leymann, εισάγοντας δύο διατάξεις που υποχρεώνουν τους εργοδότες να σχεδιάζουν και να οργανώνουν την εργασία με τέτοιο τρόπο, ώστε να προλαμβάνεται η εμφάνιση του φαινομένου. Ακολούθησε αντίστοιχη διάταξη στην Ολλανδία, ενώ στη Γαλλία, με το Νόμο Περί́ Κοινωνικού́ Εκσυγχρονισμού́ του 2002, εισήχθησαν νέες ρυθμίσεις, με τις οποίες διασαφηνίστηκαν οι υποχρεώσεις του εργοδότη σε ό,τι αφορά́ την πρόληψη του φαινομένου, ενώ́ δόθηκε η δυνατότητα στο θύμα, να μπορεί́ να απευθυνθεί́ σε εξωτερικό́ διαμεσολαβητή́. Την ίδια χρονιά στο Βέλγιο θεσπίστηκε νομικό πλαίσιο σύμφωνα με το οποίο καθορίζονται οι υποχρεώσεις του εργοδότη να προλαμβάνει καταστάσεις ηθικής παρενόχλησης και να παρέχει στήριξη σε εργαζόμενους που υφίστανται mobbing, ενώ στη Φιλανδία ψηφίστηκε νόμος σύμφωνα με τον οποίο οι εργοδότες φέρουν την ευθύνη για την επίβλεψη των συνθήκων εργασίας και τη λήψη μέτρων εξομάλυνσης των εργασιακών συνθήκων μετά από́ καταγγελίες για ηθική́ παρενόχληση.

Στη χώρα μας η παρενόχληση στο χώρο εργασίας καλύπτεται από το γενικό νομοθετικό πλαίσιο περί προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και προσωπικότητας του ατόμου και κατ’ επέκταση του εργαζομένου, βάσει του οποίου προωθείται η εξάλειψη διακρίσεων και η ίση μεταχείριση στην εργασία.  

Χρειάζεται τόλμη και δύναμη για να μιλήσει κανείς για μία τραυματική εμπειρία όπως η παρενόχληση ή η κακοποίηση. Αισθήματα ντροπής και φόβου καταλαμβάνουν τα θύματα εκφοβισμού, με αποτέλεσμα σε ορισμένες περιπτώσεις να χρειάζονται πολύ χρόνο για να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους και να προχωρήσουν σε καταγγελία ή σε άλλες περιπτώσεις, λόγω του τραύματος που έχει προκληθεί, αποκρύπτουν το γεγονός για πάντα.  

Όμως δεν παύουν να είναι βάναυσες πράξεις, που τραυματίζουν βαθιά τους παθόντες. Για το λόγο αυτό, το μόνο που δεν χρειάζεται είναι η αποσιώπηση και υποβάθμιση του θέματος, αλλά η παραδοχή του προβλήματος, η αντιμετώπιση και το ξερίζωμα τέτοιων φαινομένων από την κοινωνία και την κουλτούρα μας.

*Η Άννα Ευθυμίου είναι Βουλευτής Α΄ Θεσσαλονίκης και δικηγόρος με εξειδίκευση στο Εργατικό Δίκαιο