Έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 94 ετών, ο Ισαάκ Μιζάν, ο τελευταίος επιζήσας του Ολοκαυτώματος από την (πρώην) Ισραηλιτική Κοινότητα Άρτας -κι ένας από τους τελευταίους επιζώντες στην Ελλάδα. Το εφιαλτικό οδοιπορικό του από την Άρτα στο Άουσβιτς και το Μπέργκεν- Μπέλζεν έχει καταγράψει βήμα- βήμα ο Δημήτρης Βλαχοπάνος στο βιβλίο του «Ισαάκ Μιζάν, Αριθμός βραχίονα 182641», μέσα από τη χειμαρρώδη αφήγηση του ίδιου.

Ο Ισάακ Μιζάν γεννήθηκε το 1927 στην Άρτα, όπου έζησε ως το 1961. Ήταν το τελευταίο από τα έξι παιδιά της οικογένειας Ιωσήφ και Ανέτας Μιζάν. Τον Μάρτιο του 1944 συνελήφθη μαζί με άλλους 351 εβραίους της Άρτας και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο Άουσβιτς-Μπίρκεναου και στη συνέχεια στο Μπέργκεν- Μπέλζεν. Επέστρεψε στην Ελλάδα και στην Άρτα τον Αύγουστο του 1945. Από τα δώδεκα μέλη της οικογένειας Μιζάν που εξαναγκάστηκαν στο ταξίδι θανάτου προς το Άουσβιτς επέστρεψαν μόλις τρεις…

«Η τελευταία του επιθυμία, πριν φύγει από τη ζωή, ήταν να επιστρέψει στον γενέθλιο τόπο του, εδώ όπου σώζεται ακόμη το σπίτι απ’ όπου πήραν τον ίδιο και την οικογένειά του στις 24 Μαρτίου του 1944», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Δημήτρης Βλαχοπάνος, βαθιά συγκινημένος από τον θάνατο του Ισαάκ Μιζάν.

Ο Ισαάκ Μιζάν ήταν ο τελευταίος εβραίος της Άρτας (μια κοινότητα Ρωμανιωτών εβραίων) που έφυγε από τη γενέτειρά του, σε ηλικία 35 ετών, για την Αθήνα, αλλά η αγάπη του για την πόλη του παρέμενε άσβεστη ως το τέλος.

«Μας έζωναν οι ενοχές που επιβιώσαμε»

Αφηγούμενος χρόνια πριν τον εφιάλτη που είχε ζήσει, ο Ισάακ Μιζάν είχε αποκαλύψει το μέγεθος του τραύματος που άφησε πίσω του το Ολοκαύτωμα σ’ όσους κατάφεραν να βγουν ζωντανοί από τα στατόπεδα- κολαστήρια του Γ’ Ράιχ. «Κι ήταν στιγμές που μας έζωναν οι ενοχές γιατί επιβιώσαμε εμείς οι ελάχιστοι τυχεροί και χαθήκανε οι άλλοι […] Τώρα δεν ζούσα μονάχα ξανά τη φρίκη των στρατοπέδων, μα ζούσα μαζί και τη βαριά και αβάσταχτη αίσθηση της απουσίας και της ερημιάς στο σπίτι που μεγαλώσαμε και περάσαμε όμορφες κι ευτυχισμένες στιγμές», έλεγε σ’ εκείνη τη χειμαρρώδη αφήγησή του που «έκλεισε» στις σελίδες του βιβλίου του ο Δημήτρης Βλαχοπάνος.

«Ψάχνω μέσα σ’ αυτή τη σύνοψη της ζωής να βρω αν υπάρχει επόμενο υπόγειο σκαλοπάτι για να κατρακυλήσει ο κόσμος σ’ άλλη ντροπή φοβερότερη απ’ αυτή των στρατοπέδων της φρίκης. Αν υπάρχει άλλη ελεεινότερη πράξη που κάνει σκουπίδι τον άνθρωπο […] τον άνθρωπο θύμα, τον άνθρωπο ράκος, τον άνθρωπο μελλοθάνατο, που έχει προσαρμοστεί πια στην ταπείνωση κάθε μορφής και κρέμεται απ’ το στόμα του τρεμάμενου διπλανού του, περιμένοντας με αδημονία να καταρρεύσει πριν από αυτόν, για να του πέσει η μπουκιά και να την αρπάξει εκείνος!», σημείωνε -μεταξύ άλλων- ο Ισαάκ Μιζάν, κάνοντας απολογισμό ζωής.

Πριν από τον πόλεμο, σύμφωνα με τον κ. Βλαχοπάνο, η εβραϊκή κοινότητα της Άρτας διέθετε δύο συναγωγές κι ένα σχολείο και αριθμούσε 500 άτομα τη δεκαετία του ‘30 και πάνω από 400 το ‘40, λίγο προτού ξεσπάσει ο πόλεμος. Από τους 352 που επιβιβάστηκαν στα τρένα θανάτου μόλις 23 επέστρεψαν κι αυτοί, άλλοι έφυγαν για Αθήνα και άλλοι για το νέο (τότε) κράτος του Ισραήλ.