Μετά τη δημόσια αντιπαράθεση του Έλληνα και του Τούρκου Υπουργού Εξωτερικών στην Άγκυρα,  η επίσκεψη του Μεβλούτ Τσαβούσογλου στη χώρα μας, παρά κάποιες ανησυχίες, εξελίχθηκε μάλλον σε ήπιους τόνους. Βεβαίως ο Τούρκος ΥΠΕΞ δεν παρέλειψε να προκαλέσει ξανά, κάνοντας λόγο για «τουρκική μειονότητα», κατά την «ιδιωτική» επίσκεψή του στη Θράκη.

Η ύπαρξη θετικού κλίματος δεν ισοδυναμεί ωστόσο και με συμφωνία των δύο πλευρών. Όπως έγινε γνωστό, η Ελληνική πλευρά έθεσε ξανά τα πολύ σοβαρά θέματα που μας απασχολούν, τα οποία η Τουρκία αντιλαμβάνεται με εντελώς διαφορετικό τρόπο, όπως είναι ο σεβασμός του Δικαίου της Θάλασσας, το παράνομο Μνημόνιο Τουρκίας – Λιβύης, οι παραβιάσεις του Ελληνικού Εναέριου Χώρου και των Χωρικών μας Υδάτων, ο τρόπος αντιμετώπισης της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη από την Τουρκική Κυβέρνηση, το μεταναστευτικό και βεβαίως το Κυπριακό ζήτημα.

Ήταν αναμενόμενο η συγκεκριμένη συνάντηση να μην φέρει κάποια πρόοδο στη διαχείριση αυτών των προβλημάτων. Είναι ωστόσο θετική η ύπαρξη ενός ανοιχτού διαύλου επικοινωνίας, έστω και αν «συμφωνούμε ότι διαφωνούμε». Για τη διατήρηση αυτού του διαύλου, οι δύο χώρες προωθούν ξανά ζητήματα της λεγόμενης «χαμηλής πολιτικής», όπως είναι η συμφωνία που επήλθε για  περιορισμένο αριθμό προγραμμάτων οικονομικής συνεργασίας και η αμοιβαία αναγνώριση των πιστοποιητικών Covid-19.

Κατά την επίσκεψη του κ. Τσαβούσογλου στην Αθήνα συμφωνήθηκε επίσης η συνάντηση του Έλληνα Πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Πρόεδρο Ερντογάν στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στις 14 Ιουνίου.

Γίνεται σαφές ότι η Τουρκική Κυβέρνηση την παρούσα περίοδο τηρεί μία στάση αναμονής, εν όψει και της συνάντησης Ερντογάν με τον Αμερικανό Πρόεδρο Μπάιντεν. Δεχόμενη ισχυρές πιέσεις τόσο από την ΕΕ όσο και από τις ΗΠΑ, η Τουρκία δεν προχωρά σε προκλητικές πράξεις όπως το καλοκαίρι του 2020, ωστόσο δεν υπαναχωρεί και από τις πάγιες θέσεις της, με τις προκλητικές δηλώσεις να διαδέχονται η μια την άλλη.

Κατά συνέπεια, η επικείμενη συνάντηση των κ.κ. Μητσοτάκη και Ερντογάν δεν αναμένεται να φέρει ριζικές αλλαγές στο τοπίο, αφού η Τουρκία δεν έχει επιδείξει ούτε την πρόθεση ούτε την θέληση. Δίνεται όμως η δυνατότητα, σε συμμάχους και εταίρους, κατά την Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, να ξεκαθαρίσουν στην Τουρκία τα αυτονόητα, ότι ο σεβασμός των Διεθνών Συνθηκών και του Διεθνούς Δικαίου είναι ο ακρογωνιαίος λίθος πάνω στον οποίο οικοδομήθηκε η Συμμαχία και ότι η όποια συζήτηση πάνω στο κύριο θέμα της Συνόδου Κορυφής, που είναι η «Ατζέντα του ΝΑΤΟ 2030», έχει νόημα μόνον εάν όλοι συμφωνούν σε αυτά. Υπό τις παρούσες συνθήκες ο μόνος συνετός δρόμος για την Τουρκία θα ήταν να συμφωνήσει στην κοινή προσφυγή στη Χάγη.