Του Κώστα Κωνσταντίνου

Μαγαζιά ερημωμένα και άδεια, δρόμοι χωρίς ανθρώπους ή τουλάχιστον τους δικούς τους. Σπίτια χωρίς παράθυρα, συχνά και χωρίς πόρτες, στα οποία δεν επιτρέπεται να μπει κανείς και αν το κάνει χωρίς να συλληφθεί, θα διαπιστώσει πως οι κάτοικοι της πιο εύπορης κάποτε, κοσμοπολίτικης και ευημερούσας πόλης της Κύπρου διάβαζαν. Πολύ, μάλιστα. Και θα το καταλάβει από τα πολλά αναποδογυρισμένα βιβλία, τα οποία επί μισό αιώνα περιμένουν κάποιο χέρι να τα σηκώσει ξανά από εκεί που τα πέταξαν παίρνοντας τη βιβλιοθήκη τους, εκείνο τον Αύγουστο του 1974, αυτοί που ρήμαξαν τα σπίτια. Ολα τα σπίτια.

Μάταια περιμένουν. Τα χέρια άλλωστε των περισσότερων ιδιοκτητών τους σβήνουν πια κι αυτά, σχεδόν πενήντα χρόνια μετά. Οι έφηβοι εκείνου του όμορφου, έχουν να λένε όσοι το θυμούνται, καλοκαιριού, του καλοκαιριού που κόπηκε στη μέση και έγινε ξαφνικά μια ζωή – εφιάλτης, είτε βγήκαν πια στη σύνταξη είτε ετοιμάζονται. Μόνο τα πεταμένα βιβλία κατοικούν ακόμα σε αυτή την πόλη και κάτι έπιπλα σπασμένα. Οι άνθρωποι διώχτηκαν και όλα τα άλλα κλάπηκαν και φορτώθηκαν σε πλοία για την Τουρκία. Αλλά ούτε κι αυτά τα σπασμένα μπορεί να τα σηκώσει πια κανείς. Μια κορδέλα καθορίζει τα όρια του επισκέπτη, μαζί και την παράλογη ομηρεία μιας ολόκληρης πόλης, στο ωραιότερο μάλιστα σημείο του νησιού. Δεν την αποκάλεσαν τυχαία Αμμόχωστο, από τον 4ο κιόλας αιώνα μ.Χ. Είναι μια ολόκληρη πόλη κυριολεκτικά χωμένη στη χρυσή της άμμο και τη μοναδική καταγάλανη θάλασσά της.

Για δεκαετίες, μετά την εισβολή, οι κάτοικοί της και όσοι την αγάπησαν, και λίγοι δεν ήταν, νοίκιαζαν τα καλοκαίρια ταχύπλοα από τη μη κατεχόμενη περιοχή και αγνάντευαν το άλλοτε καμάρι της Κύπρου και το δικό τους από τη θάλασσα της Δερύνειας, το τελευταίο σημείο όπου μπορούσε να την προσεγγίσει κανείς. Ή κάποτε έβγαιναν στα παρατηρητήρια τα οποία είχαν χτιστεί εκεί για να τη βλέπει κανείς κάπως καλύτερα με κιάλια. Παιδιά ζήσαμε τα ταχύπλοα, βγήκαμε στα παρατηρητήρια, προσπαθήσαμε αμέτρητες φορές να τη φανταστούμε με το μυαλό μας. Χρόνια μετά, όταν τα οδοφράγματα άνοιξαν, την εξερευνήσαμε ενήλικες πια από την περίφραξή της ψάχνοντας για σημεία από όπου θα μπορούσαμε να δούμε κάτι έστω ακόμα. Ενα σπίτι, μια πινακίδα, κάτι. Και σχεδόν είκοσι χρόνια ύστερα κι από αυτό, περάσαμε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο το φυλάκιο και μπήκαμε επιτέλους στην Αμμόχωστο.

Δεν θέλουν να πάνε

Και πάλι με ένα όριο, τις κορδέλες, να την κρατάει μακριά από τους δρόμους της πια και τους επισκέπτες. Από τότε κάποιοι πήγαμε ξανά και ξανά. Αμμοχωστιανοί και εμείς. Κάποιοι πήγαν μία φορά και δεν θέλουν να ξαναπάνε, ένας φίλος μου έλεγε τις προάλλες ότι δεν πήγε γιατί δεν ξέρει εάν θα το αντέξει. Εδώ, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα Κατεχόμενα, δεν ζουν Τουρκοκύπριοι, ούτε καν έποικοι δεν ζουν. Δεν υπάρχει καμία λογική για αυτό το έγκλημα. Και ούτε βέβαια οι απλοί Τουρκοκύπριοι μπορούσαν να δουν την πόλη την οποία η Τουρκία κρατούσε κλειστή αντί να την επιστρέψει στους κατοίκους της, όπως λένε δύο ψηφίσματα του ΟΗΕ, ξεκάθαρα μάλιστα. Μόνο όσο Τουρκοκύπριοι έκαναν τη στρατιωτική τους θητεία εδώ την είδαν. Οι υπόλοιποι όλοι την είδαμε από τότε που αποφασίστηκε το «άνοιγμά» της όχι με τον τρόπο που έπρεπε αλλά ως μια τερατώδης τουριστική ατραξιόν στην υπηρεσία ενός πολιτικού παιχνιδιού της Αγκυρας.

Την Τρίτη, η Αμμόχωστος θα υποχρεωθεί να υποδεχθεί τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος θα εξαγγείλει τα σχέδιά του ανήμερα την επέτειο του κακού του 1974. Θα περάσει και μπροστά από το Λύκειο Ελληνίδων, το πιο σπουδαίο πολιτιστικό ίδρυμα της πόλης, ίσως και του νησιού, χωρίς να δει όμως εκείνο που τυχαία είχα ανακαλύψει όταν παραβίασα τον Οκτώβρη μια μικρή πόρτα στο πίσω μέρος του κτιρίου μπαίνοντας μέσα την ώρα που δεν με έβλεπε κανείς. Και αντικρίζοντας το ιστορικό του θέατρο καλυμμένο κυριολεκτικά με ρούχα όλων των ειδών. Ρούχα που, όπως θα μάθαινα μετά, είχαν μαζέψει τον Ιούλιο οι Αμμοχωστιανοί για να τα στείλουν στους εκτοπισμένους ήδη Κερυνειώτες. Τα φθινοπωρινά και τα χειμωνιάτικά τους κυρίως ρούχα έδωσαν για να μη βρει το κρύο τους πρόσφυγες στα τσαντίρια όπου είχαν καταλήξει. Εκεί όπου δεν φαντάζονταν ότι θα κατέληγαν και οι ίδιοι έναν μήνα αργότερα.

Η πιο όμορφη πόλη

Τα ρούχα είναι ακόμα εκεί. Πολλά από τα σώματα που τα φορούσαν δεν υπάρχουν πια. Σ’ αυτή την πόλη, λοιπόν, ετοιμάζεται να… πιει τσάι την Τρίτη ο Ερντογάν και να ανακοινώσει τις αποφάσεις του για αυτήν. Την πόλη που τη σκυλεύει ο στρατός του από εκείνο το καλοκαίρι. Την πιο όμορφη πόλη του νησιού με την πιο φημισμένη νυχτερινή ζωή, τα ωραιότερα ξενοδοχεία και την πρωτοποριακή ακόμα και για σήμερα αρχιτεκτονική. Την πόλη που τη φυλάνε πια, αλλά μάλλον όχι για πολύ ακόμα, τα πεταμένα της βιβλία, τα σπασμένα της έπιπλα που δεν πήραν οι εισβολείς και τα αμέτρητα ρούχα για τους πρόσφυγες στο θέατρο. Από μια άποψη, ο Ερντογάν ίσως να διάλεξε τον χώρο που του ταιριάζει για να πιει το τσάι του. Τον χώρο που σήμερα του ταιριάζει πια.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΝΕΑ

Προηγούμενο άρθροΑΠΘ: Δια ζώσης μαθήματα με υποχρεωτικούς εμβολιασμούς από το χειμερινό εξάμηνο
Επόμενο άρθροΦολέγανδρος: Ο 30χρονος σκότωσε τη Γαρυφαλλιά για ασήμαντη αφορμή και μετά της έριξε το φταίξιμο για τους καυγάδες