Πώς έγινε και η Αρχιτεκτονική Ξάνθης έμεινε φέτος χωρίς κανένα εισακτέο; Και πώς εξηγούνται τα άδεια αμφιθέατρα σε σχολές που άλλοτε είχαν πλήθος υποψηφίων όπως η Νοσηλευτική Διδυμοτείχου; Πώς άλλα τμήματα έμειναν με έναν ή δύο εισακτέους;

Η εξήγηση είναι απλή και η ευθύνη μοιράζεται: Από τη μια, εφαρμόστηκε ένα πολύπλοκο εξεταστικό σύστημα που απαιτούσε τρεις διαφορετικές Ελάχιστες Βάσεις Εισαγωγής για τα τμήματα που είχαν ειδικά μαθήματα (όπως οι Αρχιτεκτονικές) και από την άλλη, τα ίδια τα ΑΕΙ επέλεξαν σε πολλές περιπτώσεις υψηλούς συντελεστές για να διαφοροποιηθούν και να δημιουργήσουν τεχνητά «εντυπώσεις» (επιδιώκοντας έτσι να μειώσουν και τους εισακτέους τους), καταλήγοντας όμως να  μείνουν χωρίς πρωτοετείς.

Οπως θα διαπίστωνε εύκολα, βέβαια, κάθε εκπαιδευτικός αναλυτής στην αφετηρία του προβλήματος, το ζητούμενο φέτος ήταν απλά να «κοπεί» περίπου το 30% των εισακτέων, καθώς το υπουργείο Παιδείας είχε εκτιμήσει ότι αυτό είναι το ποσοστό εκείνων που δεν αποφοιτούν ποτέ, επειδή πιθανά εισήλθαν σε αυτά ευνοϊκά και δεν ανταποκρίθηκαν στα προγράμματά τους.

Η διαφορά, όμως, είναι ότι πρώτον ο προβληματισμός αυτός είχε ήδη λυθεί με το όριο σπουδών ν+ που έχει θεσπιστεί «κόβοντας» όποιους καθυστερούν αδικαιολόγητα να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, ενώ το νέο σύστημα φαίνεται ότι δημιούργησε περιπτώσεις εξεταστικής «αυτοπαγίδευσης» για πολλά παιδιά που εξετάστηκαν σε μια χρονιά χωρίς επαρκή προετοιμασία λόγω των κλειστών σχολείων.

Στην περίπτωση των αρχιτεκτονικών σχολών για τις οποίες θα χρειαστεί επειγόντως εξεταστική αναπροσαρμογή πριν εφαρμοστεί ξανά το νέο σύστημα την επόμενη χρονιά, ισχύουν τα παρακάτω: Για να εισαχθεί κάποιος φέτος στην Αρχιτεκτονική Σχολή Ξάνθης θα έπρεπε να έχει τρεις διαφορετικές προϋποθέσεις: Να συγκεντρώσει ως ΕΒΕ τα 14.000 μόρια (όπως διαμορφώθηκε από τον πολλαπλασιασμό γενικού μέσου όρου φετινών επιδόσεων όλων των υποψηφίων και του συντελεστή 1,1 που είχε επιλέξει η διοίκησή της), να είχε γράψει στο ειδικό μάθημα του Ελεύθερου Σχεδίου (που είχε διαφορετική ΕΒΕ) τουλάχιστον 15,44 και να έχει γράψει στο Γραμμικό Σχέδιο (που είχε τρίτη διαφορετική ΕΒΕ) τουλάχιστον 17,08.

Ωστόσο, επειδή τις αρχιτεκτονικές σχολές τις επιλέγουν συνήθως οι άριστοι, εκείνοι που κατόρθωσαν να συγκεντρώσουν τις τρεις αυτές προϋποθέσεις ήταν οι καλύτεροι, που επέλεξαν το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ή τη Θεσσαλονίκη, αφήνοντας τελικά την Ξάνθη άδεια…

Μείωση εισακτέων

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα τμήματα που λειτούργησαν κατ’ αυτό τον τρόπο «έβγαλαν τα μάτια τους» μόνα τους. Από την άλλη πλευρά, και όπως έλεγε πρόσφατα στα «ΝΕΑ» ο πρύτανης του Ιόνιου Πανεπιστημίου Ανδρέας Φλώρος που έχει πέντε από τα τμήματά του με πρόβλημα και ελάχιστους εισακτέους «θα αρκούσε ίσως απλά να μειωθεί φέτος ο αριθμός των εισακτέων από το υπουργείο Παιδείας χωρίς να πάμε σε όλο αυτό το υπερβολικό σύστημα».

Το ερώτημα σε αυτήν την περίπτωση θα ήταν ποιος πολιτικός θα σήκωνε το βάρος της απόφασης και της επακόλουθης κοινωνικής δυσαρέσκειας, έχοντας μάλιστα κατά νου την προηγούμενη περίπτωση της, τίμιας στις προθέσεις της, πρώην υπουργού Παιδείας Μαριέττας Γιαννάκου, η οποία θέσπισε τη βάση του 10 για την εισαγωγή στα ΑΕΙ, «κόπηκαν» 40.000 άτομα και η επόμενη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ την κατάργησε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Εάν, λοιπόν, η Πολιτεία είχε κρίνει ότι μια βάση του 10 είναι ένας δίκαιος «κόφτης» στο σύστημα εισαγωγής το 2007, αυτό έπρεπε να εφαρμοστεί χωρίς αλλαγές τουλάχιστον για μια δεκαετία ώστε να αξιολογηθεί στη συνέχεια και οι πολίτες να ξέρουν τους κανόνες του «παιχνιδιού».

Από τη νέα χρονιά

Το νέο εξεταστικό σύστημα του υπουργείου Παιδείας, την επόμενη χρονιά θα γίνει, δε, ακόμη πιο σύνθετο. Με τα ΑΕΙ να διαμορφώνουν τους συντελεστές των τεσσάρων διαφορετικών μαθημάτων βαρύτητας ανά επιστημονικό πεδίο και δυο μηχανογραφικά, ένα πρώτο στο οποίο οι υποψήφιοι θα συμπληρώνουν έως το 10% των τμημάτων του επιστημονικού πεδίου που τους ενδιαφέρουν και ένα δεύτερο για την κάλυψη των θέσεων που θα μένουν κενές.

Θα εφαρμοστεί, εντούτοις, σε συνθήκες μεγαλύτερης δικαιοσύνης, με τα σχολεία (πιθανότατα) ανοικτά, ασκήσεις προσομοίωσης στις τάξεις ώστε να γίνει κατανοητό και βαθμολογικές διορθώσεις όπου φέτος διαπιστώθηκαν προβλήματα (όπως στα ειδικά μαθήματα).

Επιπλέον, την επόμενη χρονιά ενισχύονται τα ΙΕΚ ουσιαστικά και επιστρέφουν σε νέα μορφή τα ΤΕΙ με τις νέες Σχολές Εφαρμοσμένων Επιστημών. Στη μορφή του αυτή ένα εξεταστικό σύστημα αλλά και ένας νέος «χάρτης» της ανώτατης εκπαίδευσης μοιάζει αξιοκρατικός και θα πρέπει να του δοθεί επαρκές περιθώριο χρόνου για να δοκιμαστεί και να ευδοκιμήσει.

Τα παραπάνω, βέβαια, δεν αποσύρουν την πραγματική ανάγκη της χώρας για εκπαιδευτική ενίσχυση των λυκείων, απομάκρυνσή τους από τις πανελλαδικές εξετάσεις και ένα ισχυρό ακαδημαϊκό απολυτήριο, που θα έδινε την απάντηση σε όλους τους προβληματισμούς…

Προηγούμενο άρθροΚαπραβέλος – Η πίεση στο ΕΣΥ είναι πολύ μεγάλη – Ξυπνάει ο εφιάλτης του 3ου και 4ου κύματος
Επόμενο άρθροΚρήτη – Στο νοσοκομείο με κοροναϊό νεογνό 28 ημερών