“Είναι στο χέρι της Πολιτείας να πείσει τους νέους εργαζόμενους να εμπιστευτούν την κοινωνική ασφάλιση”, τόνισε ο βουλευτής κ. Μάξιμος Σενετάκης στην ομιλία του για την Ασφαλιστική Μεταρρύθμιση των νέων και εξήγησε: “Όσο οι νέοι κυρίως εργαζόμενοι δεν εμπιστεύονται την κοινωνική ασφάλιση δυσφορούν στην καταβολή των εισφορών και το σύστημα ρέπει προς την εισφοροδιαφυγή – κοινή συναινέσει εργοδότη – εργαζόμενου.

Ο κ. Σενετάκης τόνισε πως “το Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης που θα δημιουργηθεί προστατεύει τα χρήματα τους και θα τους εξασφαλίσει αξιοπρεπή σύνταξη” και συμπλήρωσε “Γενικά θα έλεγα είναι στο χέρι του Κράτους να πείσει τους πολίτες να εμπιστευτούν και πάλι το Ασφαλιστικό Σύστημα. Και αυτή είναι μια πρόκληση που καλούμαστε όλοι να ανταποκριθούμε υπεύθυνα.”

Στην αρχή της ομιλίας του ο κ. Σενετάκης εξήγησε τους λόγους που το ελληνικό κράτος εγκαθίδρυσε το διανεμητικό ασφαλιστικό σύστημα “ήταν ένα σύστημα που κυριολεκτικά έσωσε την χώρα” είπε και συμπλήρωσε ότι το σύστημα αυτό έπρεπε να αναπροσαρμοστεί σε κεφαλαιοποιητικό, καθώς για να είναι βιώσιμο ένα διανεμητικό σύστημα πρέπει πολλοί εργαζόμενοι να πληρώνουν τις συντάξεις λίγων συνταξιούχων – κάτι που τις τελευταίες δεκαετίες έχει αλλάξει.

Ολόκληρη η ομιλία του κ. Σενετάκη έχει ως εξής:

“Κυρίες και κύριοι βουλευτές

Μετά το τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέμου η Ελλάδα ήταν μια κατεστραμμένη χώρα. Ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε αποτελείωσε ό,τι η ναζιστική κατοχή είχε αφήσει όρθιο.

Τεράστιες οι απώλειες σε ζωές και υποδομές. Και άλλη μια χαμένη ευκαιρία ανασυγκρότησης μαζί με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Μικρά παιδιά βγήκαν στο δρόμο για δουλειά. Οι ενήλικες φύγανε στην ξενιτιά.

Η κοινωνική ασφάλιση με αναδιανεμητικό χαρακτήρα προέκυψε ως κοινωνική ανάγκη. Απαντούσε σε μια σκληρή πραγματικότητα.

Όσοι είχαν την δυνατότητα να εργαστούν, θα έπρεπε να συμβάλλουν ταυτόχρονα στην ανοικοδόμηση της χώρας και την αποκατάσταση βασικών υποδομών,

και στην φροντίδα εκείνων που με τις θυσίες τους συνέβαλαν σε μια ελεύθερη πατρίδα.

Εκεί πήγαιναν τα χρήματα των εισφορών των εργαζόμενων.

Δεν πήγαιναν σε κάποιο ατομικό κουμπαρά που θα αξιοποιούσαν όταν ο εργασιακός τους βίος ολοκληρώνονταν. Για τις δικές τους συντάξεις θα πλήρωναν μέσω των εισφορών τους οι νέοι εργαζόμενοι. Τα παιδιά τους δηλαδή, όπως και εκείνοι θα πλήρωναν για τους γονείς τους.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές

Τότε το διανεμητικό ασφαλιστικό σύστημα έσωσε κυριολεκτικά την χώρα! Της έδωσε την δυνατότητα να αναγεννηθεί.

Εδώ και δεκαετίες όμως, έπρεπε να αναπροσαρμοστεί.

Έπρεπε να αναπροσαρμοστεί στη δημογραφική γήρανση και την βελτίωση του προσδόκιμου ζωής,

Έπρεπε να αναπροσαρμοστεί στην αναβάθμιση του κοινωνικού κράτους.

Κάναμε την αναγκαία προσαρμογή, την κατάλληλη στιγμή;

Δυστυχώς, όχι!

Μια σειρά από παράγοντες την ακύρωσαν.

Προφανώς, σήμερα δεν συζητάμε τον καταλογισμό ευθυνών. Αυτές έχουν ήδη καταλογιστεί.

Αυτό που συζητάμε σήμερα, είναι η δράση και η αναγκαία αναπροσαρμογή.

Η οποία όμως για να γίνει πρέπει όλοι μας να αντιληφθούμε κάτι πολύ απλό που επί χρόνια αρνούμαστε να αντιληφθούμε.

Πως δηλαδή το διανεμητικό σύστημα που έχουμε μέχρι σήμερα είναι βιώσιμο και αποτελεί ενός κράτους μόνο όταν πολλοί εργαζόμενοι χρηματοδοτούν τις συντάξεις λίγων συνταξιούχων.

Αυτό όμως έχει πάψει να συμβαίνει εδώ και πολλά χρόνια. Και αν στην αρχή του συστήματος η αναλογία εργαζόμενων συνταξιούχων ήταν 6 προς 1, ή και 7 προς 1, σήμερα πλησιάζει να γίνει 1 προς 1.

Είναι προφανές ότι αυτός ο λογαριασμός δεν βγαίνει.

Το παιδί που εργάζεται δεν μπορεί να πληρώνει την σύνταξη του γονιού. Θα πρέπει να ζήσει και να μεριμνήσει και για την δική του σύνταξη. Για να μην επιβαρύνει και αυτό με τη σειρά του το δικό του παιδί.

Όσο δεν βρίσκουμε λύση σε αυτήν την εξίσωση,

τόσο οι αποδοχές των νέων εργαζόμενων θα πιέζονται.

Τόσο οι συντάξεις θα μειώνονται.

Τόσο το δημόσιο χρέος θα αυξάνει, καθώς επί σειρά ετών το κόστος των συντάξεων που οι ασφαλιστικές εισφορές δεν κάλυπταν, καλύπτονταν με δανεικά υποθηκεύοντας το μέλλον των επόμενων γενεών.

Πρέπει λοιπόν να επιτρέψουμε στους ειδικούς να δώσουν την λύση. Να τους εμπιστευτούμε και να την εφαρμόσουμε.

Η παρούσα κυβέρνηση έχει την πολιτική βούληση και το σθένος να το πράξει.

Ανέθεσε την εξεύρεση της λύσης σε τρεις φορείς εγνωσμένου κύρους.

Στην Εθνική Αναλογιστική Αρχή. Στον ΙΟΒΕ και στον ΟΔΔΗΧ.

Το νομοσχέδιο που συζητάμε συντάχθηκε στη βάση των δικών τους συμπερασμάτων.

Και αν υπάρχει κάποια κριτική από την αντιπολίτευση, αυτό που δεν είδαμε να υπάρχει είναι μια εναλλακτική πρόταση.

(Για να είμαστε ακριβείς την πρόταση την ζήσαμε επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ με τα γνωστά αποτελέσματα του νόμου Κατρούγκαλου)

Η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ήταν άλλη μια κακή συγκυρία στην πορεία του Ασφαλιστικού.

Και δεν είναι δυνατό να εξακολουθούν κάποιοι να αναμασούν τα γνωστά τσιτάτα. Να βλέπουν την πώληση ως ξεπούλημα και την επένδυση ως τζόγο. Θα πρέπει κάποια στιγμή να σοβαρευτούν.

Και φυσικά δεν νοείται να κινδυνολογούν για περικοπές συντάξεων.

Σε βάθος πεντηκονταετίας, το κόστος μετάβασης (όπως το λέει και η φράση) υφίσταται ακριβώς διότι δεν πρόκειται να γίνουν περικοπές στις συντάξεις του υφιστάμενου συστήματος.

Είναι η πρώτη εγγύηση που προβλέπεται στο άρθρο 60 του παρόντος νομοσχεδίου.

Η δεύτερη εγγύηση είναι προς τους ασφαλισμένους του νέου συστήματος. Αυτοί θα λάβουν σύνταξη που θα αντιστοιχεί κατ’ ελάχιστον στο ποσό των εισφορών που έχουν καταβάλει σε πραγματικούς όρους, δηλαδή λαμβάνοντας υπόψη και την επίδραση του πληθωρισμού.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι

Είναι σαφής η πρόθεση του ελληνικού πολιτικού συστήματος και φυσικά της παρούσας κυβέρνησης, η αναγκαία αλλαγή να γίνει σταδιακά με τις ελάχιστα δυνατές απώλειες. Για αυτό μιλάμε για αναπροσαρμογή.

Για αυτό μιλάμε για σταδιακή μετάβαση από το διανεμητικό στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα.

Για αυτό μιλάμε για κόστος μετάβασης.

Ξεκινάμε λοιπόν την μεταρρύθμιση με την σταδιακή μετατροπή της επικουρικής ασφάλισης από διανεμητική σε κεφαλοποιητική.

Το λέμε ξεκάθαρα. Η μεταρρύθμιση αφορά ΜΟΝΟ την επικουρική ασφάλιση και τους νέους εργαζόμενους. Η κύρια σύνταξη παραμένει ως έχει!

Λέμε επίσης ξεκάθαρα ότι η επικουρική ασφάλιση ΔΕΝ είναι υποχρεωτική.

Είναι στο χέρι της Πολιτείας να πείσει τους νέους εργαζόμενους να εμπιστευτούν το Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης που θα δημιουργηθεί να προστατεύει τα χρήματα τους και να τους εξασφαλίσει αξιοπρεπή σύνταξη.

Γιατί όσο οι νέοι κυρίως εργαζόμενοι δεν εμπιστεύονται την κοινωνική ασφάλιση δυσφορούν στην καταβολή των εισφορών και το σύστημα ρέπει προς την εισφοροδιαφυγή – κοινή συναινέσει εργοδότη – εργαζόμενου.

Γενικά θα έλεγα είναι στο χέρι του Κράτους να πείσει τους πολίτες να εμπιστευτούν και πάλι το Ασφαλιστικό Σύστημα. Και αυτή είναι μια πρόκληση που καλούμαστε όλοι να ανταποκριθούμε υπεύθυνα.

Είναι το δικό μας χρέος που έχουμε προς τα παιδιά και τα εγγόνια μας.

Είναι χρέος μας απέναντι στη γενιά των Ελλήνων που εκπροσώπησε ο μεγάλος Έλληνας Μίκης Θεοδωράκης που έφυγε σήμερα από κοντά μας. Μια γενιά που αγωνίστηκε για της Δικαιοσύνης τον ήλιο τον νοητό. Για την ενότητα των Ελλήνων.

Σας ευχαριστώ!”

Προηγούμενο άρθροΜίκης Θεοδωράκης – Χαμός με την ταφή του – Δικαστικό «μπλόκο» για το Βραχάτι
Επόμενο άρθροΑμπελοοινικά προϊόντα – Πότε υποβάλλονται οι δηλώσεις παραγωγής