Είναι πολύ πιθανό μετά από αρκετά χρόνια η πολιτική επιτοκίων της τουρκικής κεντρικής τράπεζας τα τελευταία χρόνια να διδάσκεται σε εγχειρίδια νομισματικής πολιτικής ως ένα case study.

Μόνο που ακόμη κανείς δεν μπορεί με βεβαιότητα να πει εάν κινήσεις όπως η εκ νέου μείωση του επιτοκίου αναφοράς της τουρκικής κεντρικής τράπεζας θα θεωρείται ένα παράδειγμα κίνησης «κόντρα στο ρεύμα» που τελικά δικαιώθηκε ή ένας επικίνδυνος πολιτικός βολονταρισμός του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν

Τι λέει η οικονομική ορθοδοξία

Εδώ και χρόνια η οικονομική ορθοδοξία είναι ότι όταν τα πράγματα δείχνουν να ξεφεύγουν με τον πληθωρισμό αυτό που επιβάλλεται είναι μια σχετική αύξηση των επιτοκίων.

Η αύξηση των επιτοκίων θα λειτουργήσει ως ένα ιδιότυπο οικονομικό «φρένο», θα διαμορφώσει μια σχετική υποχώρηση της ζήτησης – εφόσον θα είναι δυσκολότερος ο δανεισμός – βοηθώντας την υποχώρηση του πληθωρισμού και θα αποσύρει ένα μέρος τυχόν υπερβάλλουσας ρευστότητας που διαφορετικά θα μπορούσε να τροφοδοτήσει ακόμη περισσότερο τις πληθωριστικές πιέσεις.

Στη συνέχεια και όταν ο πληθωρισμός υποχωρήσει, μια σταδιακή υποχώρηση των επιτοκίων θα επιτρέψει φθηνότερο δανεισμό και άρα μια τόνωση της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας.

Η οικονομική αυτή ορθοδοξία είναι ακόμη πιο έντονη σε σχέση με περιπτώσεις όπου μια χώρα βλέπει την ισοτιμία του εθνικού της νομίσματος να υποχωρεί, καθώς μια υποχώρηση του εθνικού νομίσματος μπορεί με τη σειρά της να επιτείνει τις πληθωριστικές πιέσεις (εφόσον αυξάνει τις τιμές των εισαγόμενων προϊόντων) αλλά και να αυξήσει το κόστος αποπληρωμής του χρέους. Σε μια τέτοια περίπτωση η αύξηση των βασικών επιτοκίων εκτός όλων των άλλων θα τονώσει και την ισοτιμία του νομίσματος.

Τι κάνει η τουρκική κυβέρνηση

Η τουρκική κυβέρνηση και η διορισμένη από τον Ερντογάν διοίκηση της τουρκικής κεντρικής τράπεζας (που είδε τρεις διοικητές να απομακρύνονται επειδή δεν συμφωνούσαν με τις υποδείξεις του Τούρκου προέδρου) δείχνουν να πιστεύουν ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Σύμφωνα με τη δική τους ανάγνωση ο πληθωρισμός είναι συγκυριακός και οφείλεται σε παράγοντες όπως οι αναστατώσεις από την πλευρά της προσφοράς που παρατηρούνται παγκοσμίως και επομένως δεν υπάρχει λόγος να ληφθούν μέτρα αντιπληθωριστικής πολιτικής.

Αντίθετα, αυτό που χρειάζεται είναι να υπάρξει μια πολιτική που να προσπαθήσει να τονώσει με κάθε τρόπο την οικονομική δραστηριότητα και ένα από τα μέσα είναι ακριβώς η μείωση των επιτοκίων.

Ο ίδιος ο Ερντογάν εγώ και αρκετό καιρό έχει κάνει σαφές ότι θεωρεί τα επιτόκια τη «μητέρα και τον πατέρα όλων των δεινών» και κατά συνέπεια επιμένει στην ανάγκη μείωση και στην ύπαρξη μικρότερου κόστους δανεισμού.

Ο πολιτικός υπολογισμός του Ερντογάν

Σε όλα αυτά προφανώς και υπάρχουν και σαφείς οικονομικοί και εκλογικοί υπολογισμοί. Η Τουρκία πάει σε εκλογές το 2023, πράγμα που σημαίνει ότι ήδη μπαίνουμε σε μια μακρά προεκλογική εκστρατεία.

Μετά από πολλά χρόνια στην εξουσία η εικόνα του Τούρκου προέδρου δείχνει να φθείρεται και η αντιπολίτευση δείχνει να έχει μια δημοσκοπική άνοδο. Αν οι τρέχουσες δημοσκοπήσεις μετατρέπονταν και σε εκλογικά αποτελέσματα η συμμαχία του AKP με το εθνικιστικό MHP θα δυσκολευόταν να παραμείνει στην εξουσία.

Σε αυτό το φόντο ο Ερντογάν επιλέγει να παίξει ξανά το χαρτί της οικονομίας, καθώς γνωρίζει πολύ ότι ένα σημαντικό μέρος της δημοφιλίας του προέρχεται από τις σχετικά καλές επιδόσεις της τουρκικής οικονομίας μια προηγούμενη περίοδο.

Τα φθηνότερα επιτόκια φαντάζουν έτσι στα μάτια του ο τρόπος για να τονωθεί η οικονομική δραστηριότητα, να γίνουν περισσότερες επενδύσεις και να δημιουργηθούν θέσεις εργασίαw.

Στην επιλογή του αυτή δείχνει να ενισχύεται και από το γεγονός ότι στο δεύτερο τρίμηνο του 2021 η τουρκική οικονομία κατέγραψε ένα εντυπωσιακό 21,7% ως προς την ανάπτυξη σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο χρόνο πριν. Ακόμη και εάν κανείς συνυπολογίσει την πολύ μεγάλη συρρίκνωση στο δεύτερο τρίμηνο του 2020 που έφτασε το -10,3%, δεν παύει να είναι ένα εντυπωσιακό οικονομικό αποτέλεσμα.

Η Τουρκία και η «Σύγχρονη Νομισματική Θεωρία (Modern Monetary Theory)

Βεβαίως παρότι η καταδίκη της τουρκικής πολιτικής επιτοκίων δείχνει να είναι καθολική, στην πραγματικότητα, έστω και με τον βολονταριστικό τρόπο του Ερντογάν, δείχνει να ακολουθεί μια αλλαγή σκέψης τα τελευταία χρόνια.

Παρότι για ένα μεγάλο διάστημα η οικονομική σκέψη είχε κυριαρχηθεί από την «μονεταριστική» αντίληψη ότι ο πληθωρισμός είναι κατά βάση ένα νομισματικό φαινόμενο, εδώ και αρκετά χρόνια ο πραγματικός «μέσος όρος» της σκέψης πάνω σε αυτά τα θέματα, είτε μιλάμε για την οικονομική πολιτική, είτε για τη θεωρία είχε μετατοπιστεί.

Άλλωστε, ήδη από τη μεγάλη κρίση του 2008 και τις πολιτικές της «ποσοτικής χαλάρωσης» είχε γίνει φανερό ότι πηγαίναμε σε μια διαφορετική αντίληψη, αφού πλέον η αύξηση της ποσότητας του χρήματος αντιμετωπιζόταν ως μοχλός ανάκαμψης των οικονομιών και όχι ως αφετηρία μιας νέας πληθωριστικής έκρηξης.

Άλλωστε, ήταν μία περίοδος όπου ο πληθωρισμός κινείτο σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα και θα χρειαστεί να φτάσουμε στην πανδημία και στις μεγάλες αναστατώσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες και την έκρηξη της ζήτησης για να δούμε ξανά ανοδικές τάσεις.

Από την άλλη, στο θεωρητικό επίπεδο τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει μεγάλη δημοτικότητα η λεγόμενη Σύγχρονη Νομισματική Θεωρία (Modern Monetary Theory) που σχηματικά υποστήριξε ότι τα κράτη μπορούν να αυξάνουν την ποσότητα χρήματος και με αυτόν τον τρόπο να ενισχύουν την οικονομία χωρίς αυτό να αντιμετωπίζεται ως καταστροφική πολιτική και χωρίς να σημαίνει αυτόματα μια πληθωριστική έκρηξη.

Μάλιστα, η πολιτική χαμηλών επιτοκίων παρά την αύξηση του πληθωρισμού της Τουρκίας ήδη από το 2018 είχε χαρακτηριστεί ως μια εκδοχή εφαρμογής αυτής της θεωρίας.

Βεβαίως, η αλήθεια είναι ότι η Σύγχρονη Νομισματική Θεωρία αναπτύχθηκε έχοντας ως παράδειγμα κυρίως μεγάλες οικονομίες και μάλιστα με σαφή «νομισματική κυριαρχία» (monetary sovereign), όπως οι ΗΠΑ ή ο Καναδάς.

Δεν σχεδιάστηκε για χώρες που συμμετέχουν σε κοινό νόμισμα όπως η Ελλάδα, ούτε για περιφερειακές οικονομίες που επηρεάζονται σημαντικά από τις μεταβολές των ισοτιμιών, όπως π.χ. η τουρκική που έχει ένα ιδιαίτερα σημαντικό ιδιωτικό χρέος σε ξένο νόμισμα το κόστος εξυπηρέτησης του οποίου επηρεάζεται άμεσα από την υποχώρηση της τουρκικής λίρας.

Τα όρια της νομισματικής πολιτικής

Στην πραγματικότητα θα μπορούσε κανείς να πει ότι από όλες πλευρές αυτό που υποτιμάται είναι το γεγονός ότι η νομισματική πολιτική έχει πραγματικά όρια.

Αυτό αφορά τόσο την «ορθόδοξη» αντίληψη που παραβλέπει ότι η αντιπληθωριστική πολιτική είναι μόνο μία παράμετρος της οικονομικής πολιτικής που δεν είναι αυτονόητο ότι πρέπει να έχει προτεραιότητα απέναντι στην οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή και ότι στο βαθμό που διαμορφώνεται αναπτυξιακή δυναμική ένας ορισμένος πληθωρισμός μπορεί συγκυριακά να είναι ανεκτός.

Αυτό, όμως, αφορά και την αντίληψη ότι αρκεί από μόνη της η νομισματική πολιτική και η πολιτική επιτοκίων να φέρει την οικονομική ανάπτυξη, όταν υποτιμώνται όλες οι άλλες πλευρές της οικονομίας όπως είναι το παραγωγικό μοντέλο, η παραγωγικότητα, η κλαδική διάρθρωση, οι δεξιότητες, η ύπαρξη ή όχι «φούσκας» χρέους που μπορεί να οδηγήσει σε βίαιες «διορθώσεις».

Ειδικά η τουρκική οικονομία στη δεύτερη διάσταση, του πραγματικού παραγωγικού μοντέλου της, είναι που κρίνεται αυτή την περίοδο.

Προηγούμενο άρθροΓια την Ελλάδα, πάντα
Επόμενο άρθροΣυνάντηση N. Παναγιωτόπουλου με Ακάρ – Άλλα… λέει η Τουρκία στην ανακοίνωσή της