Το μήνυμα ότι μέσα στο 2022 δεν υπάρχει χώρος και χρόνος για κάλπες μεταφέρεται από το Μέγαρο Μαξίμου από την πρώτη ημέρα της νέας χρονιάς – σε όλους τους τόνους και από κάθε επίπεδο στην πρωθυπουργική ομάδα. Το ενδεχόμενο, ωστόσο, η κυβέρνηση να βρεθεί εγκλωβισμένη σε έναν πολύμηνο κύκλο εκλογολογίας, που θα μπορούσε να οδηγήσει και σε μια τελματώδη κατάσταση την κρατική μηχανή, απασχολεί έντονα το κυβερνητικό επιτελείο. Μπροστά σε ένα τέτοιο σκηνικό, πληροφορίες εμφανίζουν τον Πρωθυπουργό αποφασισμένο να προχωρήσει σε δραστικές κινήσεις που θα έβαζαν τέλος στην εκλογολογία και θα οριοθετούσαν χωρίς αμφισβητήσεις τον εκλογικό ορίζοντα.

Επιτάχυνση

Απέναντι σε μια σχεδόν διετή μάχη με την πανδημία, που εκτός από το υγειονομικό πεδίο αφήνει το δικό της βαθύ αποτύπωμα και στην οικονομία, είναι ξεκάθαρο για τον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι τους επόμενους μήνες η κυβέρνηση οφείλει να επιταχύνει. Κυβερνητικές πηγές, μάλιστα, θεωρούν αναγκαία τη διαμόρφωση ενός πεδίου που δεν θα ναρκοθετείται από μια ατέρμονη συζήτηση για προσφυγή στις κάλπες, η οποία εάν δεν μπορεί να εκλείψει, δεν θα πρέπει να επηρεάζει τον κυβερνητικό σχεδιασμό. Οι ίδιες πηγές προεξοφλούν ότι στη συντήρηση μιας εκλογικής ατμόσφαιρας θα επενδύσει και η αξιωματική αντιπολίτευση, προσδοκώντας να καθηλώσει την κυβέρνηση και να δικαιολογήσει το εκλογικό αίτημα του Αλέξη Τσίπρα. Συνεπώς, μια ενδεχόμενη πρωθυπουργική παρέμβαση που θα ακυρώνει οριστικά και αμετάκλητα κάθε σενάριο για πρόωρες κάλπες, θα οδηγεί σε ένα νέο εκλογικό χρονοδιάγραμμα και την πολιτική σκηνή, παράλληλα με την κοινωνία.

Αφετηρία

Είναι εξίσου σαφές ότι από το Μαξίμου ο ορίζοντας για τις κάλπες μεταφέρεται στο, έτσι κι αλλιώς, εκλογικό 2023. Με ανοικτό, άλλωστε, το ενδεχόμενο να χρειαστούν διαδοχικές κάλπες λόγω της απλής αναλογικής, η άνοιξη της επόμενης χρονιάς θα μπορούσε να αποτελεί την αφετηρία σε αυτόν τον εκλογικό κύκλο. Μέχρι τότε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με τις απαραίτητες διορθωτικές κινήσεις στο κυβερνητικό σχήμα, θα επιμείνει στην πλήρη εφαρμογή ενός κυβερνητικού πλάνου που θα καθιστά εφικτό και τον στόχο μιας νέας αυτοδυναμίας.

————————————-

Δημήτρης Μαύρος

Ο σωστός εντοπισμός του χρονικού σημείου

Κανονικά οι εθνικές εκλογές στη χώρα η «θεωρία» λέει ότι «οφείλουν» να γίνονται κάθε τέσσερα χρόνια. Η κάθε κυβέρνηση μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα απαιτείται να έχει πετύχει τον ιδανικό συνδυασμό μεταξύ ολοκλήρωσης όσων εξήγγειλε προεκλογικά και ταυτόχρονα να έχει αντιμετωπίσει ανεκτά όσες προκλήσεις εμφανίστηκαν απροσδόκητα από την εκάστοτε συγκυρία. Κοινώς να επιτύχει τον «χρυσό κανόνα» ισορροπίας μεταξύ επιθυμητού και εφικτού.

Δεν είμαστε βεβαίως πολύ μακριά από το να καταστρατηγούμε αυτόν τον κανόνα συχνότερα από ό,τι λέει η «θεωρία». Το πότε θα γίνουν εκλογές έχει σχεδόν «καταντήσει» ένας ωφελιμιστικός τακτικισμός, είτε επιθετικός είτε αμυντικός των κομμάτων που κυβερνούν.

Ο πειρασμός των πρόωρων εκλογών ωστόσο «πατάει» πάνω σε τρία κριτήρια: α) Την ανεύρεση ενός πολιτικώς ορθού και συνταγματικά σύννομου λόγου να προκηρυχθούν πρόωρες εκλογές ώστε η απόφαση αυτή να μη γυρίσει μπούμερανγκ, β) την ενεργητική εξασφάλιση ότι το κυβερνητικό κόμμα θα κερδίσει τις εκλογές αυτές πετυχαίνοντας, ποσοστά, έδρες, αυτοδυναμίες κ.λπ. ή γ) την παθητική προστασία της υστεροφημίας του κυβερνώντος κόμματος όταν οι καιροί δείχνουν ότι οι προκλήσεις που έπονται μόνο καλά ξεμπερδέματα δεν προμηνύουν, κοινώς «στρίβειν διά των εκλογών».

Αν εξαιρέσει κανείς την παραπάνω τρίτη περίπτωση, πρακτικά η Ιστορία έχει δείξει ότι πρόωρες εκλογές γίνονται συνήθως όταν το κυβερνών κόμμα έχει απέναντί του ένα φοβισμένο ή χαρούμενο εκλογικό σώμα. Το φοβισμένο γιατί τότε οι πολίτες απαγκιάζουν στην κυβέρνησή τους και το χαρούμενο γιατί ομάδα που κερδίζει δεν την αλλάζεις.

Στην Ελλάδα σήμερα όντως επικρατεί ο «φόβος» (48%) ως πρώτο συναίσθημα, ωστόσο υπάρχει ένα ύπουλο συναίσθημα, «η ντροπή», που ανεβαίνει συνεχώς και γραμμικά από το 26% τον Ιούνιο 2020 στο 35% τον Δεκέμβριο 2021. Η πρωτιά του φόβου και κυρίως η άνοδος της ντροπής δεν δημιουργούν εύφορο έδαφος για ξεκάθαρες αποφάσεις πρόωρων εκλογών.

Παρ’ όλα αυτά στο γράφημα που ακολουθεί φαίνονται οι συγκριτικές αντιστοιχίες κατά την κυβερνητική θητεία του ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με την παρούσα συγκυρία, όσον αφορά τις ερωτήσεις επιθυμίας πρόωρων εκλογών και εκτίμησης υλοποίησης πρόωρων εκλογών.

Η σύγκριση δείχνει προφανή ευρήματα καθώς τόσο η επιθυμία όσο και η εκτίμηση διεξαγωγής πρόωρων εκλογών επί ΣΥΡΙΖΑ ήταν περίπου επτά με δέκα μονάδες πάνω από ό,τι συμβαίνει σήμερα επί ΝΔ σε περίπου αντίστοιχη χρονική απόσταση από τις κανονικές εκλογές. Αυτό για την εποχή του ΣΥΡΙΖΑ ήταν σαφής ένδειξη ότι το εκλογικό σώμα ήταν αρνητικό απέναντι στην τότε κυβέρνηση, μιας και οι μισοί περίπου πολίτες ήθελαν και ανέμεναν πρόωρες εκλογές. Το αποτέλεσμα τότε ήταν ότι μπροστά σε μια τέτοια δύσκολη εικόνα φυσικά ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έκανε πρόωρες εκλογές.

Σήμερα η εικόνα είναι ανάστροφη, με μάλλον όχι τόσο δυστυχείς πολίτες συγκριτικά με τα κόμματα της αντιπολίτευσης, άρα η κυβέρνηση γιατί να μη σκεφτεί σοβαρά τις πρόωρες εκλογές. Παρ’ όλα αυτά θα πρέπει να απαντηθούν δύο επιπλέον ερωτήματα: α) Θα βρεθεί πανδημικό και οικονομικό ξέφωτο νηνεμίας για να γίνουν οι εκλογές; Και β) Αξίζει να διακυβευτεί η πολιτική σοβαρότητα ενός ηγέτη για κέρδος ενός έτους ή ακόμα και λιγότερου;

Ο Δημήτρης Μαύρος είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της MRB και αντιπρόεδρος του ΣΕΔΕΑ


Θωμάς Γεράκης

Οι αβεβαιότητες και οι προκλήσεις του 2022

Οι έλληνες πολίτες υποδέχονται το 2022 με ανάμεικτα συναισθήματα συγκρατημένης ελπίδας και ανησυχίας, αισιοδοξίας και ανασφάλειας.

Η αμφιθυμία είναι αναμενόμενη, καθώς  η απάντηση στο εάν η νέα χρονιά θα είναι καλύτερη ή χειρότερη από την προηγούμενη εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και αστάθμητες μεταβλητές.

Θα εξαρτηθεί πρωτίστως από την εξέλιξη της υγειονομικής κρίσης: από το εάν το 2022 είναι η χρονιά του τέλους  της πανδημίας και της σταδιακής εισόδου σε μια νέα κανονικότητα ή μια χρονιά νέων δυσάρεστων υγειονομικών εκπλήξεων.

Θα εξαρτηθεί επίσης από τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης και το κατά πόσο οι πληθωριστικές τάσεις και οι ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες θα είναι κάτι παροδικό ή αν θα έχουν διάρκεια.

Οι προκλήσεις, οι δυσκολίες και τα ανοιχτά θέματα στην ατζέντα του 2022 δεν εξαντλούνται εδώ. Περιλαμβάνουν τις εξελίξεις στα εθνικά θέματα  και την κλιμακούμενη επιθετικότητα της Τουρκίας, το μεταναστευτικό, την κλιματική αλλαγή και τα συνεπακόλουθά της που ήδη βιώνουμε και στη χώρα μας, τη συνέχεια στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων, την ορθή αξιοποίηση των τεχνολογικών εξελίξεων κ.ά.

Στις εκκρεμότητες της μεγαλύτερης εικόνας  ξεχωρίζουν γεωπολιτικές κρίσεις όπως αυτή της Ρωσίας με τη Δύση, των ΗΠΑ  με την Κίνα, οι επικείμενες εκλογικές αναμετρήσεις σε Γαλλία και Ιταλία που θα επηρεάσουν τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, το νέο σύμφωνο σταθερότητας και το στοίχημα της μείωσης των ανισοτήτων που αυξήθηκαν παγκοσμίως την περίοδο της πανδημίας.

Τα παραπάνω θέματα, όλα αβέβαιης εξέλιξης, θα επηρεάσουν τόσο την οικονομία και την αναπτυξιακή πορεία της χώρας όσο και το βιοτικό επίπεδο και τις συνθήκες ζωής του κάθε πολίτη ξεχωριστά. Το ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό και προς ποια κατεύθυνση.

Θα επηρεάσουν επίσης και τις πολιτικές εξελίξεις. Η αξιολόγηση τόσο της κυβέρνησης όσο και της αντιπολίτευσης είναι μια συνεχής διαδικασία που μεταβάλλεται αναλόγως των εξελίξεων και της στάσης των πολιτικών δυνάμεων απέναντι σε αυτές. Αν και οι εκλογικοί συσχετισμοί δεν παρουσίασαν ιδιαίτερες μεταβολές τη χρονιά που έφυγε, το 2022 αναμένεται ενδιαφέρον κυρίως για τις ανακατατάξεις στον χώρο της Κεντροαριστεράς.

Παρά το γεγονός πως η πλειοψηφία φαίνεται να επιθυμεί εκλογές στο τέλος της τετραετίας και την εκφρασμένη σε όλους τους τόνους πρόθεση της κυβέρνησης για ολοκλήρωση της θητείας της, η εκλογολογία αναπόφευκτα θα παρεισφρήσει έντονα στην ατζέντα του 2022. Ωστόσο όλοι κατανοούν πως, ακόμη και αν επιθυμούσε η κυβέρνηση εκλογές εντός του 2022, δεν υπάρχουν προς το παρόν ασφαλή δεδομένα που θα της επέτρεπαν να τις προγραμματίσει. Επίσης εάν όντως αναζητούσε μια πρόωρη ευνοϊκή συγκυρία θα τις είχε κάνει προ πολλού. Ας αφήσουμε λοιπόν για το τέλος μία ακόμη αβεβαιότητα. Το 2022 θα είναι μια εκλογική χρονιά ή μια ακόμη χρονιά εκλογολογίας;

Ο Θωμάς Γεράκης είναι πρόεδρος & διευθύνων σύμβουλος MARC


Αντώνης Παπαργύρης

Οι πρόωρες εκλογές ως ενδημικό φαινόμενο

Οκ. Μητσοτάκης κάθε φορά που του δίνεται η ευκαιρία ή του γίνεται ανάλογη ερώτηση αποκλείει το ενδεχόμενο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες και τονίζει πως προτίθεται να εξαντλήσει τη θητεία του. Πέρα από πολιτικούς τακτικισμούς και στρατηγικές επιδιώξεις η επιμονή του Πρωθυπουργού στο συγκεκριμένο ζήτημα σχετίζεται κατά πώς φαίνεται και με μια αξιακή αρχή που θέλει τις ολοκληρωμένες κοινοβουλευτικές θητείες ως ένα ισχυρό δείγμα σταθερότητας, αξιοπιστίας και σοβαρότητας του πολιτικού συστήματος συνολικά. Οι πρόωρες εκλογικές διαδικασίες είναι μια πολιτική πρακτική που συναντάται κυρίως στις δημοκρατίες του ευρωπαϊκού Νότου ενώ πολύ σπάνια και μόνο σε πραγματικά έκτακτες συνθήκες βρίσκει εφαρμογή στον ευρωπαϊκό Βορρά.

Στη χώρα μας οι επόμενες εκλογές αρχίζουν να αποτελούν θέμα πολιτικής και δημοσιογραφικής συζήτησης πολύ πριν το μέσο ενός εκλογικού κύκλου και σίγουρα επ’ αφορμής οποιασδήποτε κρίσης μπορεί να προκύψει κατά τη διάρκειά του. Την προηγούμενη δεκαετία η παρατεταμένη οικονομική ασφυξία και η αποευθυγράμμιση του πολιτικού συστήματος αποτελούσαν το έναυσμα για μια ατέρμονη εκλογολογία. Κατά την τρέχουσα κοινοβουλευτική περίοδο η συνεχιζόμενη υγειονομική κρίση συνιστά την κυριότερη αφορμή που τοποθετεί στη δημόσια συζήτηση το ζήτημα των πρόωρων εκλογών. Πλέον της πανδημίας στην ατζέντα έχουν προστεθεί η ενεργειακή κρίση και οι πληθωριστικές πιέσεις που προς το παρόν τουλάχιστον δεν φαίνεται να εκτονώνονται.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη – έως τη στιγμή που ο Α. Τσίπρας αποφάσισε να πετάξει το γάντι των εκλογών στο Κοινοβούλιο ένα μήνα πριν – δεν είχε δεχτεί κάποιου είδους εξωτερική πίεση. Τα σενάρια περί πρόωρης προσφυγής στις κάλπες εκπορεύονταν σε μεγάλο βαθμό από το εσωτερικό της ΝΔ στη λογική μιας επιβεβαίωσης της πολιτικής της ηγεμονίας που θα ελαχιστοποιούσε την αναμενόμενη πολιτική φθορά ενώ ταυτόχρονα θα δημιουργούσε επιπλέον εσωτερικά ζητήματα στην άλλη πλευρά.

Η κυβερνητική διαχείριση της πανδημίας έχει περάσει από διάφορα στάδια με τις αρνητικές απόψεις της κοινής γνώμης να είναι πλέον πλειοψηφικές, την κριτική για αστοχίες και παραλείψεις να μεγαλώνει όλο και περισσότερο με επακόλουθο μια καταγεγραμμένη δημοσκοπική φθορά, για την οποία ωστόσο οι κυβερνητικοί παράγοντες δεν φαίνεται να ανησυχούν ιδιαιτέρως από τη στιγμή που η αξιωματική αντιπολίτευση αδυνατεί να την εισπράξει. Στη ΝΔ όλο αυτό το διάστημα εστίαζαν στη δημοσκοπική διαφορά από τον ΣΥΡΙΖΑ παραβλέποντας το γεγονός ότι το συγκεκριμένο μέγεθος δεν έχει κάποιον ουσιαστικό πολιτικό αντίκτυπο και αυτό που πραγματικά μετράει για τον σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης είναι το ποσοστό που θα λάβει το πρώτο κόμμα και όχι η διαφορά του από το δεύτερο.

Ο παράγοντας Ανδρουλάκης

Ο τελευταίος μήνας του 2021 επεφύλαξε και την εμφάνιση ενός νέου παράγοντα στο πολιτικό σκηνικό με την εκλογή του Νίκου Ανδρουλάκη στην ηγεσία του ΚΙΝΑΛ. Οι πρώτες δημοσκοπήσεις έδωσαν ώθηση στον νέο αρχηγό και ταυτόχρονα έθεσαν σε κίνηση και τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις. Η πρώτη αντίδραση ήρθε από τον κ. Τσίπρα, ο οποίος, θέτοντας το αίτημα για εκλογές, προσπάθησε να αναλάβει πολιτικές πρωτοβουλίες και να συσπειρώσει την εκλογική του βάση. Ο νέος πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ δεν έχει ανοίξει ακόμη τα χαρτιά του ενώ ο Αλ. Τσίπρας δεν αφήνει να ατονήσει το σενάριο της προοδευτικής διακυβέρνησης και του αντιδεξιού μετώπου επιχειρώντας να δημιουργήσει πολιτικά διλήμματα στον κ. Ανδρουλάκη, ο οποίος με τη σειρά του φιλοδοξεί να καταστεί εκφραστής του ενδιάμεσου χώρου.

Ο κύκλος της πανδημίας θα ορίσει σε μεγάλο βαθμό τον εκλογικό χρόνο. Ολοι πάντως ετοιμάζονται να πάρουν θέση μάχης και η χώρα εισέρχεται αργά αλλά σταθερά στους ρυθμούς μιας παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου με μόνο σίγουρο θύμα όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις την ελληνική οικονομία.

Ο Αντώνης Παπαργύρης είναι διευθυντής Ερευνών GPO


Γιώργος Σεφερτζής

Ποτέ μη λες ποτέ!

Θα μπορούσε το 2022, εκτός από προεκλογική χρονιά, να γίνει και εκλογική; Ο Πρωθυπουργός, στον οποίο ανήκει η πρωτοβουλία προκήρυξης των εκλογών, το αρνείται κατηγορηματικά. Και είναι αλήθεια ότι με το δημοσκοπικό προβάδισμα που έχει το κόμμα του δεν έχει κανέναν λόγο να βιάζεται ή να μην επιδιώξει μέχρι τέλους την εξάντληση της τετραετίας. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν τον πλησιάζει σε κανένα ακόμα επίπεδο, ούτε και το κόμμα του πολυπρολαβαίνει να ανακτήσει τη χαμένη κυβερνησιμότητά του. Ο Νίκος Ανδρουλάκης βρίσκεται πολύ πιο κοντά σε μια μονιμότερη ανατροπή των συσχετισμών στον ενδιάμεσο χώρο. Χρειάζεται, όμως, να κάνει ακόμα πολλά για να μετατρέψει το νέο ΠΑΣΟΚ σε δύναμη ανάλογης με το παλιό ανταγωνιστικότητας. Το δε κυριαρχούμενο από τα πλειοψηφικά μεσοστρώματα εκλογικό σώμα έχει ακόμα πολύ περισσότερα να ζυγίσει πριν στραφεί ξανά προς την αντιπολίτευση, που προσώρας στερείται και μιας πειστικής και μιας κατάλληλης για τη διακυβέρνηση ηγετικής προσωπικότητας.

Στην πολιτική, βέβαια, η λογική αρχή του αποκλειομένου τρίτου δεν ισχύει ακριβώς. Μπορεί η σημερινή αντιπολίτευση να μη συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες να καταστεί, μέσα σε εκλογικά ωφέλιμο χρόνο, ένα πράγματι απειλητικό αντίπαλον δέος για τη συμπολίτευση. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση η τελευταία να δει, για παράδειγμα, τα ποσοστά του «κανένα» να διογκώνονται επικινδύνως για μια αναμέτρηση με απλή αναλογική. Ή άλλα κρίσιμα δεδομένα να αλλάζουν καθιστώντας υποχρεωτική την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες.

Πολύ περισσότερο που έχει απέναντί της μια υπέρτερη των δικών της κυβερνητικών δυνάμεων πανδημία και, ως εκ τούτου, κανείς δεν της εγγυάται ότι ο κορωνοϊός δεν θα ματαιώσει, μέσα στο προσεχές δεκαοκτάμηνο, τα σχέδια επιστροφής στην κανονικότητα και εξόδου από την κρίση. Ούτε ότι ο τιμάριθμος δεν θα καταστρέψει την αισιοδοξία χωρίς την οποία δύσκολα θα συντηρήσει τις προσδοκίες των ψηφοφόρων της.

Ακόμα δυσκολότερο θα είναι να αποφύγει τις συνέπειες του νόμου της ετερογονίας των σκοπών. Πάντα κανοναρχεί την πορεία των πραγμάτων και δεν αφήνει κανέναν από τους δρώντες και επιδρώντες παράγοντες του πολιτικού παιγνίου να καθορίζει μόνος του τα όρια εκείθεν των οποίων οι καταστάσεις γίνονται δυνάμει μη αντιστρέψιμες.

Διδακτικό παράδειγμα από την πρόσφατη ιστορία: Στη δεύτερη τετραετία του ο Σημίτης μετέθετε διαρκώς τον χρόνο προκήρυξης εκλογών. Αρχικά περιμένοντας τις επιτυχίες της ελληνικής προεδρίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση του πρώτου εξαμήνου του 2003 να εκτονώσουν τον κοινωνικό θυμό που είχε αρχίσει να προκαλεί η διακυβέρνησή του. Στη συνέχεια ελπίζοντας ότι η προοπτική της τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 θα γέμιζε ευφορία το εκλογικό σώμα αποσπώντας την προσοχή του από τα δύσκολα της καθημερινότητας και της επικαιρότητας. Αποτέλεσμα: εγκλωβίστηκε στον πολιτικό χρόνο. Το διάβημα της μεταβίβασης του δαχτυλιδιού στον Γιώργο Παπανδρέου αποδείχθηκε απονενοημένο. Και το ΠΑΣΟΚ οδηγήθηκε σε εκλογές όταν πια ήταν καταδικασμένο να τις χάσει. Χωρίς απλή αναλογική και χωρίς συμμάχους.

Ο Γιώργος Σεφερτζής είναι πολιτικός επιστήμονας – αναλυτής

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΝΕΑ

Προηγούμενο άρθροΚρήτη – Πρόστιμα σε επιχειρήσεις για ωράριο και μάσκες
Επόμενο άρθροΘεσσαλονίκη – Αποχή μαθητών στο 1ο ΓΕΛ Ευόσμου – Διαμαρτυρία για ελλιπή μέτρα στα σχολεία