Προφανώς το κλίμα μπορεί να το καθορίσει η πολιτική ηγεσία. Αυτή δίνει τη γενική κατεύθυνση, μέσα από κινήσεις, δηλώσεις και μια ρητορική που εάν αρχίσει να διαχέεται επί μακρόν από τα ΜΜΕ, μπορεί να διαμορφώσει μια γενικότερη αντίληψη για τα πράγματα. Μετά τη «διπλωματία των σεισμών», το 1999, που άλλαξε άρδην το συγκρουσιακό κλίμα που είχε δημιουργηθεί μόλις τρία χρόνια νωρίτερα εκατέρωθεν του Αιγαίου, με την κρίση στα Ιμια, στην πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα αναδείχθηκε ένα νέο κλίμα στις διμερείς σχέσεις που το αντιλαμβανόταν κανείς σε πολλές εκφάνσεις της δημόσιας σφαίρας.

Οι κινήσεις ελληνοτουρκικής φιλίας που τη δεκαετία του 1980 προσπαθούσαν σχεδόν απομονωμένες να διατηρήσουν ανοικτούς διαύλους ανάμεσα στις δύο χώρες, περίπου έμειναν χωρίς αντικείμενο. Στην οικονομία, οι εκατέρωθεν συμφωνίες αυξήθηκαν μετά το 2000 με γεωμετρική άνοδο, ενώ η Τουρκία αποτέλεσε έναν δημοφιλή προορισμό για τους έλληνες ταξιδιώτες, που δεν περιορίζονταν στις επισκέψεις στην Κωνσταντινούπολη για την Αγια-Σοφιά, αλλά ανακάλυπταν και τα φθηνά πεντάστερα ξενοδοχεία στο Μπόντρουμ και το Κουσάντασι. Στις τηλεοπτικές οθόνες τα σίριαλ με την Τουρκάλα που ερωτεύεται Ελληνα ή τον χριστιανό που καρδιοχτυπά για τη μουσουλμάνα, άρχισαν να πυκνώνουν και ανέβαζαν τα ποσοστά τηλεθέασης τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία. Στην Κλειστή Αγορά της Πόλης, ο «Γιώργος» από την απέναντι πλευρά ήταν ο αγαπημένος πελάτης. Το ζεϊμπέκικο του Γιώργου Παπανδρέου με τον Ισμαήλ Τζεμ είχε αποδώσει και οι πολιτικοί, εάν δεν καθοδηγούσαν, έδειχναν εναρμονισμένοι με την κοινωνία. Ακόμη και η πολιτική αλλαγή που ακολούθησε με τους ισλαμιστές του Ερντογάν δεν άλλαξε το κλίμα – η κουμπαριά του Κώστα Καραμανλή με τον τότε τούρκο πρωθυπουργό έπαιξε τον ρόλο της.

Στη βάση αυτή, όσα καταγράφονται αυτή την περίοδο στην Τουρκία – ακριβέστερα,  τουλάχιστον την τελευταία διετία – με φόντο τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, δημιουργούν μια παράδοξη εικόνα: η εμπρηστική ρητορική του Ερντογάν και σχεδόν όλων των αξιωματούχων της γείτονος, κυβερνητικών και αντιπολιτευόμενων, δεν φαίνεται να συγκινεί ιδιαίτερα την τουρκική κοινωνία. Τα σκληρά πρωτοσέλιδα των τουρκικών εφημερίδων δεν προκαλούν ανθελληνικές εξάρσεις στην κοινή γνώμη, ούτε μείωσαν την καλοκαιρινή εξόρμηση της τουρκικής μεσαίας και ανώτερης τάξης στη Μύκονο και στα άλλα νησιά του Αιγαίου. Κανένα σίριαλ δεν έχει εμφανιστεί στην τουρκική τηλεόραση με μοχθηρούς Ελληνες που κατατροπώνονται – ούτε στην ελληνική σχεδιάζονται παραγωγές με «τουρκοφάγους».

Οσες δημοσκοπήσεις έχουν διενεργηθεί τους προηγούμενους μήνες για το κλίμα στις δύο πλευρές του Αιγαίου, δείχνουν ότι η πλειονότητα των ελλήνων και των τούρκων πολιτών εξακολουθούν να προκρίνουν την «επίλυση των διμερών διαφορών με ειρηνικά μέσα». Μια κοινή έρευνα (της ελληνικής MRB και της τουρκικής KONDA) που έγινε τον Δεκέμβριο του 2021 και παρουσιάστηκε από το ΕΛΙΑΜΕΠ, κατέληξε ότι το 62,2% των Ελλήνων και το 57,7% των Τούρκων ερωτηθέντων συγκλίνουν με τη θέση ότι «οι ελληνοτουρκικές διαφορές μπορούν να επιλυθούν με διάλογο και συνεννόηση». Και στις δύο χώρες, μάλιστα, ήταν αξιοσημείωτη η δυσπιστία ως προς «τον μεσολαβητικό ρόλο που μπορεί να παίξει ο διεθνής παράγοντας για την επίλυση των διμερών διαφορών». Οι δύο λαοί – δημοσκοπικά τουλάχιστον – θέλουν οι δίαυλοι ανάμεσα στις δύο χώρες να παραμένουν σταθερά ανοικτοί.

Την ώρα που οι πολεμικές ιαχές της Αγκυρας δυναμώνουν, η τουρκική κοινωνία δεν δείχνει να ακολουθεί τη συγκρουσιακή γραμμή που υποδεικνύει η ηγεσία της – και αυτό, καθ’ οδόν προς τις κάλπες, είναι ένα πρόβλημα που έχουν καταγράψει στο Ακ Σαράι και στον πολιτικό σχεδιασμό του Ερντογάν. Μπορεί να μη σημαίνει πολλά για το επιχειρησιακό πλάνο της τουρκικής κυβέρνησης, εάν έχει αποφασίσει να παραμείνει στη γραμμή της όξυνσης, αλλά δεν μπορεί να αγνοηθεί ολότελα. Θα ήταν καταστροφική άγνοια ενός βασικού κανόνα στρατηγικής.

Προηγούμενο άρθροΠοιες εγχειρήσεις αυξάνουν τον κίνδυνο για θρόμβωση και πνευμονική εμβολή
Επόμενο άρθροΦταίει μόνο ο Πούτιν για την ύφεση και τον πληθωρισμό;