Ας ξεκινήσουμε από τη δημοσκοπική εσοδεία της εβδομάδας που πέρασε.

Σύμφωνα με την Pulse διατηρείται η διαφορά των 7 μονάδων της Νέας Δημοκρατίας από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Ειδικότερα, στην πρόθεση ψήφου με αναγωγή επί των εγκύρων, η ΝΔ συγκεντρώνει το 33%, έναντι 26% του ΣΥΡΙΖΑ. Aπό την άλλη η Alco κατέγραψε στα δικά της ευρήματα πως στην πρόθεση ψήφου η ΝΔ προηγείται με 30,3%, έναντι 23% του ΣΥΡΙΖΑ και άρα με διαφορά 7,3 ποσοστιαίων μονάδων. Η διαφορά των δύο πόλων διατηρείται και σύμφωνα με τη Metron Analysis (μέτρηση για το Mega).

Κι όμως. Και οι τρεις μετρήσεις έρχονται στον ατμό του δεύτερου γύρου των αποκαλύψεων για τις παρακολουθήσεις, αλλά και μετά την υπόθεση του Ανδρέα Πάτση που έπληξε τον πυρήνα της αστικής παράταξης. Τι συμβαίνει και βάσει και των τριών αυτών ερευνών ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν κατορθώνει να φτιάξει εικόνα ανατροπής και παρά την κυβερνητική φθορά ή και το πάγωμα των εισροών προς τη ΝΔ λόγω των θεσμικών κρίσεων των ημερών; Γιατί, πιο απλά, δεν πείθει ο ΣΥΡΙΖΑ όπως αναρωτιούνται οι περισσότεροι των αστών δημοσιολόγων ή ακόμη και στελέχη της Κουμουνδούρου; Το παραπάνω έχει νόημα ως ερώτημα αν αποδεχθούμε πως σήμερα η πολιτική αντιπαράθεση γίνεται στη βάση της αναμέτρησης των ρεαλιστικών σχεδίων για την κοινωνία. Και πως για πρώτη φορά στο επίκεντρο μετά το 2019 δεν είναι το Μνημόνιο. Τουλάχιστον για τους δύο κυρίαρχους πόλους του κοινοβουλευτισμού.

Το κλειδί

Κι εδώ ακριβώς ένα μέρος των πολιτικών επιστημόνων βρίσκει το κλειδί της μη μεταβολής του συσχετισμού. Για εκείνους, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει φτιάξει ένα πειστικό αφήγημα και παρά τα βήματα μετασχηματισμού του με το συνέδριο και τις νέες αναδείξεις συλλογικών οργάνων. Παράλληλα με αυτό, έχει ειδική σημασία πως μιλάμε για ένα κόμμα που έχει αλλάξει από το 2012 τρία αφηγήματα. Το προμνημονιακό (2010-2014), το αφήγημα του πρώτου εξαμήνου (2015), το αφήγημα της ρεαλιστικής στροφής (2015- 2019) και σήμερα αναζητά το 4ο με τον ίδιο δε πολιτικό αρχηγό – και παλιότερο αρχηγό όλων εντός Βουλής. Εδώ ορισμένοι σημειώνουν κάτι ακόμη: η μη εκταμίευση της κυβερνητικής φθοράς έχει να κάνει με την αδυναμία διαμόρφωσης ενός μετώπου κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που να συσπειρώνονται στο επιτακτικό αίτημα της πολιτικής αλλαγής.

Ας μην ξεχνούμε πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης με επιτυχία παροχέτευσε την «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» δυναμική σε ένα σχέδιο αλλαγής και με πόλο τη δική του παράταξη συνήψε συμμαχίες. «Βλέπετε σήμερα ένα μεγάλο αντι-ΝΔ ρεύμα;», αναρωτιέται συντηρητικός δημοσιολόγος για «ΤΑ ΝΕΑ», ενώ μια σειρά βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ έχουν άλλη γνώμη μεταφέροντας μια εικόνα δυσαρέσκειας για την κυβέρνηση από την περιφέρεια όπου περιοδεύουν αυτές τις ημέρες. «Και το τελευταίο απαντιέται αφού άλλο είναι η δυσαρέσκεια για τη ΝΔ και άλλο είναι η θετική ψήφος για τον ΣΥΡΙΖΑ», συμπληρώνει έτερος δημοσκόπος.

Το Κέντρο

Στο ερώτημα «γιατί δεν πείθει ο ΣΥΡΙΖΑ;» πολλοί προσθέτουν την ακόμη αδύναμη σχέση του με το πολιτικό Κέντρο ή αντίστροφα: την ακόμη επιρροή του Μητσοτάκη στον ρευστό αυτόν μα υπαρκτό χώρο (κυρίως των μεσοστρωμάτων). Μια κλασική ανάγνωση της Μεταπολίτευσης θέλει το Κέντρο να καθορίζει τις εκλογικές εκβάσεις λόγω και της δυναμικής του. «Το Κέντρο ψηφίζει, η νεολαία φωνάζει», λέει πιο κυνικά παλιότερος εκλογολόγος. Θα παραθέταμε τη φράση του Αντρεότι στο «Il Divo» του Πάολο Σορεντίνο. «Ο Θεός ακούει. Οι ιερείς όμως ψηφίζουν».

Παραδόξως σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ παρότι καταγράφει δυναμική στη νεολαία, αυτή επίσης προς το παρόν δεν του φτιάχνει τον διάδρομο νίκης. «Σταθερά ο ΣΥΡΙΖΑ υποεκτιμάται στις μετρήσεις», λέει η Κουμουνδούρου. Σωστό υπό μία έννοια. Αλλά είναι πολλές οι μετρήσεις και πολλά τα χρόνια μετά το 2019 που δεν δείχνουν ανάταξη ή αλλαγή στα νούμερα, παρά τα κυβερνητικά προβλήματα. Αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Μια έτερη ανάγνωση βλέπει τον πυρήνα της μη πειθούς του ΣΥΡΙΖΑ στην έλλειψη αξιοπιστίας. Η Alco για παράδειγμα στο ερώτημα «ποιον πολιτικό εμπιστεύεστε περισσότερο για πρωθυπουργό;» δίνει 30 στον Μητσοτάκη και 22 στον Τσίπρα. Στη δημοσκόπηση της Pulse όσον αφορά την «καταλληλότητα για πρωθυπουργό» ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Αλέξη Τσίπρα, ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας συγκεντρώνει 39%, έναντι 28% του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ. Παράλληλα με όλα αυτά τα δεδομένα η άγρια ρητορική – παρά τα κοινωνικά προβλήματα και τις επισφάλειες – δεν φαίνεται να έχει καρπούς και ο κόσμος κατά κόρον αναζητά απαντήσεις.

Σύμφωνα με τα ευρήματα δημοσκόπων, δημοσιευμένων και μη, πολύ ευάλωτα πεδία για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι τα εθνικά θέματα αλλά και ζητήματα όπως η ανάπτυξη της χώρας και το μοντέλο που πρέπει να ακολουθήσει. Εχει ενδιαφέρον πως τα σημεία που είναι κρίσιμα για τη μεταβολή του συσχετισμού είναι εκείνα που τα δύο κόμματα γειτνιάζουν και αντιμάχονται ταυτόχρονα: για παράδειγμα, η οικονομία και ορισμένες τις πτυχές πιο βουβές όπως η φορολογία ή τα ενοίκια.

Κόπωση

Πολλοί θυμούνται πως το 2015 η ΝΔ πλήρωσε και τις δύο φορές πέραν όλων των άλλων, όπως η τότε κόπωση του παλιότερου σχήματος του δικομματισμού, τον… ΕΝΦΙΑ. Και τότε ακριβώς είχε σημειωθεί εκροή ψηφοφόρων από τη ΝΔ προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Χωρίς ταμπού πιο απλά δεξιόστροφος και λαϊκός κόσμος μετακινήθηκε από τη ΝΔ στον Αλέξη Τσίπρα. Το ίδιο και προφανώς σε μεγάλο βαθμό είχε γίνει από το ΠΑΣΟΚ προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Μια διπλή εισροή προς την Κουμουνδούρου απολύτως κρίσιμη και καθοριστική. Εδώ όπως σημειώνουν σχεδόν όλοι οι δημοσκόποι δεν φεύγουν τόσοι από τη ΝΔ προς τον ΣΥΡΙΖΑ που να αλλάζουν τα δεδομένα. Η GPO (8-10 Νοεμβρίου) λέει: από ΝΔ προς ΣΥΡΙΖΑ πάει το 4,9%.

Με κύρια εισροή επίσης από τον ΣΥΡΙΖΑ (το 6,5%). Ας πάμε τώρα να δούμε τα ίδια σε ΣΥΡΙΖΑ: Προς ΝΔ πάει το 6,5%. Και κύρια εισροή έχει από τη ΝΔ (το 4,9%). Το γεγονός πως σημειώνεται μια ισορροπία στο σκέλος των εισροών και εκροών δεν φέρνει ανατροπή. Aς δούμε τα νούμερα της Alco (14-18 Νοεμβρίου): Από τη ΝΔ προς τον ΣΥΡΙΖΑ πάει το 2%. Από τον ΣΥΡΙΖΑ στη ΝΔ επίσης το 2%. Η άσκηση της πειθούς απαιτεί άλλο μείγμα πολιτικής ή και αντιπολίτευσης.

Προηγούμενο άρθροΕπί τάπητος οι σεισμικές έρευνες νότια της Κρήτης – Τι λέει αντιναύαρχος εν αποστρατεία
Επόμενο άρθροΑπολογισμός της εβδομάδας από τον Κυριάκο Μητσοτάκη