Εκλογές: Οταν οι δημοσκόποι απαντούν

Αυτήν τη φορά «ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» έθεσαν τα ερωτήματα και οι Αντώνης Παπαργύρης, Θωμάς Γεράκης και Μαρία Καρακλιούμη, αναλύουν την εικόνα που έχουν σχηματίσει για τις εκλογές που έρχονται

Toυ Δημήτρη Ν. Μανιάτη

Είναι τα πρόσωπα των ημερών και συχνά στη δίνη μιας κριτικής. Σίγουρα πάντως τα φώτα είναι πάνω τους και πάντα έχει ενδιαφέρον τι κομίζουν από τις μετρήσεις τους που στην τελική ευθεία των εθνικών εκλογών γίνονται συνέχεια και πάνω σε επιμέρους ή εν συνόλω κοινά. Οι επιστήμονες και ερευνητές των δημοσκοπήσεων μοιάζουν να κρατούν το «θερμόμετρο» των κοινωνικών τάσεων και να προβλέπουν σε μεγάλο βαθμό και την εκλογική συμπεριφορά των πολιτών. Βέβαια, οι εκλογές του 2023 θα έχουν τα δικά τους διλήμματα για τον κόσμο, τις δικές τους αναμετρήσεις μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που κάθε εκλογική μάχη έχει – πολύ περισσότερο όταν είναι με το σύστημα της απλής αναλογικής που αποδεσμεύει νέες συμπεριφορές και προθέσεις.

Υπό αυτή την έννοια θέσαμε ερωτήματα σε δημοσκόπους γνωστούς και με μακρά διαδρομή στις μετρήσεις. Για την πρόθεση των πολιτών, πού κινούνται τα κόμματα, τις τάσεις που συχνά υποτιμούμε, την Ακροδεξιά, το ΠΑΣΟΚ (που για όλους κατέχει ρυθμιστική ισχύ στο αποτέλεσμα), το κλειδί της αποχής, τον ΣΥΡΙΖΑ, τις μονοεδρικές αλλά και τα μυστικά της δεύτερης (αν υπάρξει) κάλπη. Οι απαντήσεις δίνονται στον απόηχο της Βουλής και της πρότασης δυσπιστίας που κατέθεσε η αξιωματική αντιπολίτευση και άρα σε μια στιγμή μεγάλης πόλωσης για το πολιτικό σκηνικό και κυρίως τα δύο μεγάλα κόμματα.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΑΠΑΡΓΥΡΗΣ

Διευθυντής ερευνών GPO

Πού πιστεύετε οφείλεται ακόμη το προβάδισμα Μητσοτάκη έναντι των υπολοίπων και βάσει των ερευνών σας;

Οπως έδειξε η τελευταία δημοσκόπηση της GPO, το 1/4 περίπου του εκλογικού σώματος προσέρχεται στις κάλπες, έχοντας στο μυαλό του ως βασικό κριτήριο επιλογής το πρόσωπο του υποψήφιου πρωθυπουργού. Η δομή του πολιτικού μας συστήματος, ως κατά βάση διπολικού, περιορίζει επί της ουσίας τις πιθανές επιλογές των ψηφοφόρων μεταξύ των αρχηγών των δύο βασικών κομμάτων εξουσίας. Στην απευθείας λοιπόν σύγκριση ανάμεσα στον Κυρ. Μητσοτάκη και τον Αλ. Τσίπρα, ο σημερινός Πρωθυπουργός επιδεικνύει μια καθαρή υπεροχή διψήφιας διαφοράς, από τον προκάτοχό του καθ’ όλη τη διάρκεια αυτού του εκλογικού κύκλου. Από την αρχή της κυβερνητικής του θητείας, ιδιαίτερα κατά την πρώτη περίοδο της πανδημίας, αλλά και με το περιστατικό του Εβρου εξασφάλισε ένα σημαντικό πολιτικό απόθεμα διαχειριστικής επάρκειας, το οποίο παρά τα λάθη και τις αστοχίες που προέκυψαν στην πορεία, καταφέρνει να το συντηρεί μειωμένο μεν, αρκετό δε, για να διατηρεί μια διαφορά από τον αντίπαλό του. Η πολιτική συγκυρία άλλωστε επιτρέπει την απευθείας σύγκριση μεταξύ του νυν και του πρώην πρωθυπουργού, καθώς οι μνήμες από τη διακυβέρνηση Τσίπρα είναι ακόμη ζωντανές. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, παρά την επιβεβαιωμένη ηγετική του παρουσία στον προοδευτικό χώρο, δεν έχει καταφέρει να αποτινάξει από πάνω του τη διάψευση των προσδοκιών σημαντικής μερίδας του εκλογικού σώματος που είχε εναποθέσει σ’ αυτόν τις ελπίδες του στις εκλογές του 2015.

Τι ρυθμιστικό ρόλο θα έχει το ΠΑΣΟΚ σε πρώτη και (αν υπάρχει) δεύτερη κάλπη;

Σ’ ένα διπολικό σύστημα ο ρόλος του τρίτου κόμματος είναι κατεξοχήν ρυθμιστικός, πόσο μάλλον όταν σε αυτό το περιβάλλον η εκλογική διαδικασία γίνεται με το σύστημα της απλής αναλογικής. Το ΠΑΣΟΚ, ωστόσο, με την ανάληψη της αρχηγίας από τον Νίκο Ανδρουλάκη, αλλά και ως πολιτική παρακαταθήκη της αείμνηστης Φώφης Γεννηματά, δεν αποδέχτηκε ποτέ τον ρόλο του ρυθμιστή και αναζήτησε πρωταγωνιστικό ρόλο στο πολιτικό σκηνικό. Αυτό επέβαλε άλλωστε η δυναμική που αναπτύχθηκε το πρώτο διάστημα που ακολούθησε την εκλογή του νέου αρχηγού. Οταν η δυναμική αυτή ανακόπηκε, ήρθε η υπόθεση των υποκλοπών να ενταφιάσει την οποιαδήποτε προοπτική συνεργασίας με τη ΝΔ. Στην αντίπερα όχθη, οι επιθέσεις φιλίας του κ. Τσίπρα προς τον κ. Ανδρουλάκη συνεχίζονται με το αφήγημα της προοδευτικής διακυβέρνησης να συντηρείται, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, ωστόσο, δεν δείχνει διατεθειμένος να συμβάλλει σε αυτή. Αυτό άλλωστε υπαγορεύει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, καθώς οποιαδήποτε υπόνοια συμπόρευσης με τον ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά θα ισοδυναμεί με πολιτική αυτοχειρία. Το ΠΑΣΟΚ φαίνεται ότι έχει αποφασίσει να πορευτεί αυτόνομα, κρατώντας αποστάσεις και ασκώντας κριτική και στους δύο βραχίονες του διπολισμού.

Ποια είναι μέχρι τώρα η εικόνα από τις μονοεδρικές και σε αυτές αντανακλώνται οι πραγματικοί συσχετισμοί κάθε φορά τελικά (ο πρώτος τα παίρνει όλα);

Στις επτά μονοεδρικές περιφέρειες των εκλογών του 2019, τις οποίες όλες είχε κερδίσει η ΝΔ, προστέθηκαν με τη νέα απογραφή δύο επιπλέον, η Καστοριά και η Θεσπρωτία. Το κυβερνών κόμμα θα επιχειρήσει να επαναλάβει τον θρίαμβο των τελευταίων εκλογών, προσθέτοντας και τις καινούργιες περιφέρειες, ενώ η αξιωματική αντιπολίτευση θέλει να επαναλάβει την επίδοση του 2015, όταν είχε κερδίσει 5 μονοεδρικές και συγκεκριμένα τα Γρεβενά, τη Φωκίδα, την Κεφαλονιά, τη Ζάκυνθο και τη Σάμο. Ο ρόλος των υποψηφίων βουλευτών σε αυτές τις περιφέρειες καθίσταται ακόμη πιο σημαντικός, ενώ η επικράτηση στις μονοεδρικές ενέχει και ένα συμβολικό χαρακτήρα πολιτικής νίκης. Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η αύξηση του αριθμού των μονοεδρικών είναι εν μέρει προβληματική, καθώς στις συγκεκριμένες περιφέρειες παύει να ισχύει η αρχή της αναλογικότητας και εφαρμόζεται επί της ουσίας πλειοψηφικό σύστημα.

ΘΩΜΑΣ ΓΕΡΑΚΗΣ

Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος MARC AE

Πώς βλέπετε την αποχή από τις δικές σας μετρήσεις και σε σχέση με το 2019;

Το μέγεθος της αποχής είναι μία αστάθμητη παράμετρος στην εκλογική διαδικασία, που δεν μπορεί εκ των προτέρων να υπολογιστεί με ασφάλεια. Ο ακριβής αριθμός των συμμετεχόντων στις εκλογές γίνεται γνωστός μόλις κλείσουν οι κάλπες. Οι δημοσκοπήσεις δεν μπορούν να μας κάνουν σοφότερους. Η ερευνητική εμπειρία έχει δείξει πως ένας μεγάλος αριθμός πολιτών που δεν συμμετέχουν στις εκλογές δεν συμμετέχουν και στις δημοσκοπήσεις, με αποτέλεσμα το ποσοστό της αποχής να υποεκτιμάται σοβαρά στις έρευνες κοινής γνώμης. Εως τώρα πάντως δεν ανιχνεύονται ενδείξεις για σημαντική αύξηση ή μείωση της αποχής σε σχέση με την προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση. Ωστόσο, αυτό που έχει σημασία στην αποχή δεν είναι μόνο το πόσοι αλλά το ποιοι θα απέχουν. Το προφίλ και τα χαρακτηριστικά της αποχής μπορούν να επιδράσουν στο τελικό αποτέλεσμα περισσότερο από όσο το μέγεθός της.

Ποια η δική σας εκτίμηση για αυτό που λέμε δεξιά της Δεξιάς στο σύνολο του εκλογικού σώματος;

Ο πολιτικός χώρος «δεξιά της Δεξιάς» είναι κατακερματισμένος. Αθροιστικά, τα κόμματα δεξιότερα της ΝΔ δύνανται να συγκεντρώσουν διψήφιο ποσοστό, αλλά πόσο από αυτό και με ποια εκπροσώπηση θα μπορέσει να ξεπεράσει το όριο του 3% και να μπει στη Βουλή είναι ένα ερώτημα ανοιχτό. Το ίδιο ισχύει και για τον χώρο «αριστερότερα του ΣΥΡΙΖΑ». Ωστόσο, για μια ακόμη φορά ο κρίσιμος πολιτικός χώρος είναι το Κέντρο. Οι επιλογές των ψηφοφόρων του κεντρώου χώρου θα κρίνουν και το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα.

Ποια είναι η κυρίαρχη ή νέα τάση που διαμορφώνει η πρώτη κάλπη στο εκλογικό σώμα και αν βλέπετε δεύτερη κάλπη;

Η πολιτική αντιπαράθεση και η πόλωση που επικρατεί στην άτυπη αλλά έντονη προεκλογική περίοδο που έχει ήδη ξεκινήσει ευνοεί την τάση ενδυνάμωσης των δύο μεγάλων κομμάτων εις βάρος των μικρότερων. Αυτό που παρατηρώ είναι πως όλες οι πολιτικές δυνάμεις, για τους δικούς της λόγους η κάθε μία, δίνουν μεγάλη σημασία στην πρώτη κάλπη που θα γίνει με το σύστημα της απλής αναλογικής. Από την πλευρά τους οι πολίτες φαίνεται να αντιμετωπίζουν την πρώτη κάλπη όπως ακριβώς αντιμετώπιζαν τις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Οι Ελληνες καλούνται να ψηφίσουν μετά από τέσσερα χρόνια και όπως σε κάθε εκλογική αναμέτρηση θα κρίνουν, θα συγκρίνουν, θα στηρίξουν την επιλογή τους και τους βουλευτές που επιθυμούν να τους εκπροσωπήσουν. Τα διλήμματα έχουν ήδη τεθεί από κάθε πλευρά και είναι ισχυρά. Αλλαγές στην εκλογική συμπεριφορά είναι πιθανόν να δούμε στην περίπτωση μιας δεύτερης κάλπης, αλλά είναι νωρίς για ασφαλείς εκτιμήσεις.

ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΑΚΛΙΟΥΜΗ

Πολιτική αναλύτρια της RASS

Τι εκτίμηση κάνετε για τη λεγόμενη αδιευκρίνιστη ψήφο από τις έρευνές σας;

Οι συμμετέχοντες και όχι οι αναποφάσιστοι θα κρίνουν το εκλογικό αποτέλεσμα. Αλλωστε η αδιευκρίνιστη ψήφος δεν είναι πάνω από 10%, η ψήφος στο άκυρο ή το λευκό είναι πολιτική στάση και πρέπει να ανησυχεί το πολιτικό σύστημα. Χωρίς αμφιβολία είναι ένα μέτρο που απεικονίζει την απογοήτευση και την απόρριψή του από τους πολίτες. Επειδή όμως σας απασχολεί επισημαίνω ότι οι αναποφάσιστοι δεν κρίνουν το αποτέλεσμα αλλά το μέγεθος της διαφοράς των πρώτων καθώς τηρούν στάση αναμονής και στο τέλος πηγαίνουν με τον διαφαινόμενο νικητή. 

Ποια η αιτία ανθεκτικότητας της ΝΔ παρά τη φθορά της;

Η ΝΔ έχει κατορθώσει να πείσει τους πολίτες για τη διαχειριστική της επάρκεια συγκριτικά με τον ΣΥΡΙΖΑ και κυρίως για την άσκηση διοίκησης χωρίς εκπλήξεις και απρόοπτα. Καλλιεργεί την εντύπωση πως μπορεί να φροντίζει για όσα μας απασχολούν, ενώ συνεπικουρούμενη από την αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να ασκήσει πολυμέτωπη αντιπολίτευση και τη μονοθεματική αβαθή προσέγγιση των περισσοτέρων ΜΜΕ, πολιτεύεται στη δική της εικονική πραγματικότητα την οποία προβάλλει ως την απόλυτη αλήθεια. Η επικοινωνία έχει κυριαρχήσει της πολιτικής.

Αλλάζει συμπεριφορά το εκλογικό σώμα από την πρώτη στη δεύτερη κάλπη, προστίθεται καινούργιο;

Η φράση «κάθε πέρσι και καλύτερα» συνοψίζει την εικόνα των εκλογών από άποψη συμμετοχής. Μόνον το ενδεχόμενο ακυβερνησίας μπορεί να επηρεάσει ενδεχόμενες εκλογικές μετακινήσεις προς τα μεγάλα κόμματα. Η πρόσφατη εμπειρία έδειξε πως παρά την κρισιμότητα των διπλών εκλογών του 2012, στη δεύτερη κάλπη συμμετείχαν 260.000 λιγότεροι ψηφοφόροι. Οσο τα πεπραγμένα των πολιτικών εντείνουν την πολιτική αποξένωση, οι πολίτες δεν θα βλέπουν τον εαυτό τους στο κάδρο της Δημοκρατίας και θα θεωρούν την πολιτική παιχνίδι για λίγους!

Προηγούμενο άρθροΟ εφιάλτης της ορθογραφίας – To 8o επεισόδιο του podcast «Γλώσσα Γλώσσα»
Επόμενο άρθροΕρντογάν: «Δεύτερη άλωση» η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί