Υποκλοπές, ομηρίες, εκβιασμοί και κάλπες – «Νάρκες» στο πολιτικό τοπίο

Το κλίμα πόλωσης ή «τοξικότητας» – όπως αγαπούν να το αποκαλούν οι πολιτικοί μας – θα επικρατήσει μέχρι και την τελευταία στιγμή πριν στηθούν οι κάλπες.

Της Νατάσας Ρουγγέρη

Με «όχημα» τις υποκλοπές και με κατηγορίες περί «εκβιαζόμενων συνεργασιών» φαίνεται να βαδίζουν τα κόμματα προς τις εθνικές εκλογές. Και μπορεί να μην είναι η πρώτη φορά – σίγουρα, ούτε και η τελευταία – που στήνονται κάλπες πάνω σε σκάνδαλα και σκανδαλολογία, ωστόσο, δεν έχουμε συνηθίσει να γίνονται σενάρια μετεκλογικών συνεργασιών βάσει καταγγελιών για εκβιασμούς κομμάτων και πολιτικών αρχηγών.

Οι δύο αποφάσεις που πήρε ο Αλέξης Τσίπρας, πρώτον να απέχει η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ από κάθε ψηφοφορία στη Βουλή – εκτός κι αν αφορά στον αποκλεισμό ναζιστικών ομάδων από τις εκλογές – και δεύτερον, να αρχίσει το… στενό «μαρκάρισμα» στον Νίκο Ανδρουλάκη, μπορεί να του αποφέρουν πολιτικά κέρδη, μπορεί όμως να μην του βγουν και… σε καλό.

Ως προς την πρώτη απόφαση, θεσμικά είναι απολύτως ορθή, καθώς η αξιωματική αντιπολίτευση, παρουσιάζοντας συγκεκριμένους λόγους και επιχειρήματα, δεν επιθυμεί να νομιμοποιήσει μια κυβέρνηση που θεωρεί «έκπτωτη». Έτσι, αποσύρει τους βουλευτές της από τις ψηφοφορίες και, παράλληλα, ζητεί τη διάλυση της Βουλής και την άμεση προκήρυξη εκλογών.

«Θα μπορούσε απλά να παραιτηθεί»

Ωστόσο, πολλοί – ειδικά στο χώρο των μικρότερων κομμάτων της αντιπολίτευσης – έχουν ήδη προβάλει το επιχείρημα πως αν ο Αλέξης Τσίπρας ήθελε πραγματικά να ρίξει την κυβέρνηση, ούτε πρότασης μομφής θα υπέβαλε, ούτε θα απέσυρε την Κοινοβουτική του Ομάδα από τις ψηφοφορίες της Βουλής. Θα ήταν αρκετό να παραιτηθούν όλοι οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και οι αναπληρωματικοί που θα καλούνταν για ορκωμοσία στη θέση τους.

Έτσι και σύμφωνα με το Σύνταγμα, τον Κανονισμό της Βουλής και την εκλογική νομοθεσία, θα έπρεπε να προκηρυχθούν εκλογές σε ολόκληρη τη χώρα, για να εκλεγούν νέοι βουλευτές για τις κενές θέσεις στο Κοινοβούλιο. Πολιτικά, θα ήταν δύσκολο να μην ακολουθήσουν το ΠΑΣΟΚ, το ΜέΡΑ25, ίσως και το ΚΚΕ.

Τυπικά, βέβαια, η κυβέρνηση θα μπορούσε να συνεχίσει να κυβερνά έως την προκήρυξη των αναπληρωματικών εκλογών, αλλά πρακτικά αυτές θα συμπέσουν με τη διάλυση της Βουλής περίπου στις αρχές Μαρτίου για τις κανονικές εκλογές, κάτι που θα οδηγούσε τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην απόφαση να πάει σε πρόωρες κάλπες.

«Κάηκε» και η συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ;

Όσο για την δεύτερη απόφαση να «στριμώξει» πολιτικά τον Νίκο Ανδρουλάκη, με στόχο να αποφευχθεί και η παραμικρή πιθανότητα μετεκλογικής συνεργασίας του ΠΑΣΟΚ με τη ΝΔ, μπορεί να καταλήξει… μπούμερανγκ για τον ΣΥΡΙΖΑ.

Και αυτό, γιατί θα γίνει ακόμα πιο δύσκολο για την Χαριλάου Τρικούπη να πει το «ναι» σε οποιαδήποτε συνεργασία με την Κουμουνδούρου από εδώ και στο εξής, καθώς τα όσα υποστήριξαν η Πόπη Τσαπανίδου και ο Αλέξης Τσίπρας για την παρακολούθηση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ εκλήφθησαν ως προσβλητικά και απολύτως συκοφαντικά για τον Νίκο Ανδρουλάκη από τον ίδιο και το κόμμα του.

Από την άλλη πλευρά, η εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ, απάντησε στις επιθέσεις που δέχτηκε για τα όσα είπε, λέγοντας το… αυτονόητο: «Εξάλλου και ο ίδιος ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ έχει μιλήσει για προσπάθεια να τεθεί σε ομηρία το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ». Άρα;

Σε κάθε περίπτωση, είναι γεγονός ότι το κλίμα πόλωσης θα επικρατήσει μέχρι και την τελευταία στιγμή πριν στηθούν οι κάλπες.

Όσο για τα τρία μεγαλύτερα κόμματα στη Βουλή, η ΝΔ θα πρέπει να καταλήξει αν οφείλει κάποιες ουσιαστικές απαντήσεις στο θέμα των υποκλοπών και κατά πόσον είναι διατεθειμένη να τις δώσει πριν από τις εκλογές.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, που έχει κάθε δικαίωμα να πάει στις κάλπες με «σημαία» τις υποκλοπές, είναι προφανές ότι θα συνεχίσει να επιτίθεται στην κυβέρνηση με κάθε τρόπο, επιδιώκοντας να αποδείξει πως είναι «έκπτωτη», ενώ παράλληλα θα επιμείνει στο «στρίμωγμα» του Νίκου Ανδρουλάκη – αν μη τι άλλο για να «σαμποτάρει» το όποιο ενδεχόμενο συνεργασίας της ΝΔ με το ΠΑΣΟΚ μπορεί να υπάρχει.

Και το ΠΑΣΟΚ, ο αρχηγός του οποίου ήταν το «μεγάλο» θύμα των παρακολουθήσεων, ίσως θα πρέπει να αρχίσει να σκέφτεται πως η τόση… «θεσμικότητα», μέχρι τώρα δεν τον έχει ωφελήσει όσο υποστηρίζουν δημόσια από το επιτελείο του, αφού σε όλες τις μετρήσεις – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων – τα ποσοστά του βαίνουν μειούμενα.

Επιπλέον, δεν αρκεί ένα κόμμα να μιλά για αυτόνομη πορεία και να επαναλαμβάνει «ούτε με τον έναν, ούτε με τον άλλον», όταν δεν λέει ξεκάθαρα ότι αν δεν είναι πρώτο στις εκλογές – ούτε οι ίδιοι δεν το πιστεύουν αυτό – θα μείνει στην αντιπολίτευση και δεν θα συνεργαστεί με κανέναν.

Προηγούμενο άρθροΓ. Γεραπετρίτης: Απρίλιο ή Μάιο οι εκλογές – Η πρώτη Κυριακή θα δείξει τον ηγέτη
Επόμενο άρθροΚ. Μητσοτάκης: Διάλεξη στο πανεπιστήμιο του Τόκιο – «Ελκυστικός προορισμός για μεγάλους επενδυτές η Ελλάδα» (βίντεο)